Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου. Τί φεγγάρι ἀπόψε!
Εἶναι καλό τό φεγγάρι, — δέ θά φαίνεται
πού ἀσπρίσαν τά μαλλιά μου.
Τό φεγγάρι θά κάνει πάλι χρυσά τά μαλλιά μου.
Δέ θά καταλάβεις.
Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου (…)

Θά καθήσουμε λίγο στό πεζούλι, πάνω στό ὕψωμα,
κι ὅπως θά μᾶς φυσάει ὁ ἀνοιξιάτικος ἀέρας
μπορεῖ νά φανταστοῦμε κιόλας πώς θά πετάξουμε,
γιατί, πολλές φορές, καί τώρα ἀκόμη, ἀκούω τό θόρυβο τοῦ φουστανιοῦ μου
σάν τό θόρυβο δυό δυνατῶν φτερῶν πού ἀνοιγοκλείνουν,
κι ὅταν κλείνεσαι μέσα σ’ αὐτόν τόν ἦχο τοῦ πετάγματος
νιώθεις κρουστό τό λαιμό σου, τά πλευρά σου, τή σάρκα σου,
κ’ ἔτσι σφιγμένος μές στούς μυῶνες τοῦ γαλάζιου ἀγέρα,
μέσα στά ρωμαλέα νεῦρα τοῦ ὕψους,
δέν ἔχει σημασία ἄν φεύγεις ἤ ἄν γυρίζεις
κι οὔτε ἔχει σημασία πού ἀσπρίσαν τά μαλλιά μου,
(δέν εἶναι τοῦτο ἡ λύπη μου — ἡ λύπη μου εἶναι πού δέν ἀσπρίζει κ’ ἡ καρδιά μου).
Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου.

Τό ξέρω πώς καθένας μονάχος πορεύεται στόν ἔρωτα,
μονάχος στή δόξα καί στό θάνατο.
Τό ξέρω. Τό δοκίμασα. Δέν ὠφελεῖ.
Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου.
(…)
Ἄσε νά σοῦ κουμπώσω τό πουκάμισο — τί δυνατό τό στῆθος σου,
— τί δυνατό φεγγάρι, — ἡ πολυθρόνα, λέω —
κι ὅταν σηκώνω το φλιτζάνι ἀπ’ τό τραπέζι
μένει ἀπό κάτω μιά τρύπα σιωπή, βάζω ἀμέσως τήν παλάμη μου ἐπάνω
νά μήν κοιτάξω μέσα, — ἀφήνω πάλι τό φλιτζάνι στή θέση του·
καί τό φεγγάρι μιά τρύπα στό κρανίο τοῦ κόσμου — μήν κοιτάξεις μέσα,
εἶναι μιά δύναμη μαγνητική πού σέ τραβάει — μήν κοιτάξεις, μην κοιτᾶχτε,
ἀκοῦστε με πού σᾶς μιλάω — θά πέσετε μέσα.

Μια γυναίκα ντυμένη στα μαύρα μιλάει σε έναν νεαρό. Δεν έχουν ανάψει φως. Απ’ τα δυο παράθυρα μπαίνει αμείλικτο το φεγγαρόφωτο. Το σκηνικό λιτό σαν την ζωή της, σε ένα παλιό σαλόνι την βρίσκουμε περιτριγυρισμένη από έπιπλα σκεπασμένα με σεντόνια δίπλα σε ένα σκονισμένο πιάνο. Σκηνή σχεδόν θεατρική. Μια εικόνα τόσο ζωντανή που νομίζεις πως μυρίζεις τη μούχλα από την κλεισούρα.
Η φθορά και ο θάνατος κυριαρχεί σε όλο το ποίημα του Γιάννη Ρίτσου. Η γυναίκα διψάει για λίγη ακόμα ζωή. Θέλει να γραπωθεί από ώμους νέους, στιβαρούς, να βγει από το δωμάτιο, να δει την πολιτεία, να ερωτευτεί. Ίσως είναι η τελευταία της ευκαιρία να γευτεί τις χαρές της ζωής που έχει χρόνια λησμονήσει.
Το ποίημα έχει μια δύναμη που σε παρασέρνει να κοιτάξεις στα μάτια την γυναίκα με τα μαύρα και να δεις σ’ αυτά τη δική σου φθορά. Να μετρηθείς με τη μοναξιά σου. Να ξεθάψεις τα απωθημένα σου, να ετοιμαστείς για τη στιγμή εκείνη που θα αναμετρηθείς με τον νέο. Θα έχω κάνει στην ζωή μου όλα όσα ήθελα; Ή θα του ζητάω ικετευτικά: Άσε με να ρθω μαζί σου;

Woman in Three Stages, 1895 by Edvard Munch
www.edvardmunch.org
Στον πίνακα «Η γυναίκα σε τρία επίπεδα» ο Munch παραθέτει χρονολογικά, συμβολικά τα στάδια της γυναικείας φύσης, από την αγνότητα των προεφηβικών χρόνων, στην θελκτικότητα της ωριμότητας, ως την απομύζηση κάθε στοιχείου ζωής, οδεύοντας προς τον θάνατο. Η παρθένα ντυμένη στα λευκά, με τα μαλλιά της να ανεμίζουν, κοιτάει προς έναν μακρινό ορίζοντα. Η γυναίκα στην μέση γυμνή, προκλητική με κόκκινα μαλλιά και κόκκινα χείλη αποζητάει την προσοχή μας. Συμβολίζει τον έρωτα και την σαγήνη. Δίπλα της, σχεδόν σαν σκιά, ντυμένη στα μαύρα, σκελετωμένη, έχοντας χάσει κάθε ίχνος θηλυκότητας πλέον, στέκει η τελευταία γυναίκα. Μοιάζει περισσότερο με τον άνδρα. Όμως υπήρξε οι δύο προηγούμενες γυναίκες. Κι ίσως μέσα της ακόμα σιγοκαίει μια φλόγα. Δεν ζητάει την προσοχή σου κι όμως όταν πέσει το βλέμμα σου πάνω της αμέσως θα το αποστρέψεις. Ίσως αν λουζόταν λίγο από το φεγγαρόφωτο και τα μαλλιά της παίρναν μια λάμψη χρυσή…
Η νιότη, ο έρωτας και ο θάνατος ένα τρίπτυχο δυναμικό, αλληλένδετο, εμφανίζεται και στα δύο έργα. Δυο καλλιτέχνες που δεν γνωρίστηκαν ποτέ, φαίνεται να συνομιλούν. Δεν είναι όμως έτσι. Απλά η τέχνη έχει την ικανότητα να είναι διαχρονική. Με όποια μορφή, φωτίζει με τον τρόπο της την ανθρώπινη ψυχή. Και ποια μεγαλύτερη ανάγκη από την διατήρηση της νιότης, ποιος μεγαλύτερος πόθος από το να ερωτευτείς και να σ’ ερωτευτούν και ποιος ισχυρότερος φόβος από αυτόν του θανάτου.

(…)
Ἄ, φεύγεις; Καληνύχτα. Ὄχι, δέ θἄρθω. Καληνύχτα.
Ἐγώ θά βγῶ σέ λίγο. Εὐχαριστῶ.
Γιατί, ἐπιτέλους, πρέπει νά βγῶ ἀπ’ αὐτό τό τσακισμένο σπίτι.
Πρέπει νά δῶ λιγάκι πολιτεία,— ὄχι, ὄχι τό φεγγάρι —
τήν πολιτεία μέ τά ροζιασμένα χέρια της, τήν πολιτεία τοῦ μεροκάματου,
τήν πολιτεία πού ὁρκίζεται στό ψωμί καί στή γροθιά της
τήν πολιτεία πού ὅλους μᾶς ἀντέχει στή ράχη της
μέ τίς μικρότητές μας, τίς κακίες, τίς ἔχτρες μας,
μέ τίς φιλοδοξίες, τήν ἄγνοιά μας καί τά γερατειά μας, —
ν’ ἀκούσω τά μεγάλα βήματα τῆς πολιτείας,
νά μήν ἀκούω πιά τά βήματά σου
μήτε τά βήματα τοῦ Θεοῦ, μήτε καί τά δικά μου βήματα.
Καληνύχτα.
Η Σονάτα του Σεληνόφωτος, Γιάννης Ρίτσος 1956

Α.Κ .