Ο Jean Désiré Gustave Courbet (1819-1877) ήταν μια από τις επιβλητικότερες μορφές της Γαλλικής τέχνης του 19ου αιώνα. Θεωρείται από τους πρωτεργάτες του Ρεαλισμού στη ζωγραφική. Πολιτικά επηρεάστηκε από τις ιδέες του Pierre Joseph Prοudhon που ήταν πολιτικός φιλόσοφος και σολιαστής, από τους σημαντικότερους αναρχικούς συγγραφείς. Σε αντίθεση με τους καλλιτέχνες της εποχής του, του άρεσε να ζωγραφίζει συχνά εργάτες και αγρότες, καθώς πίστευε ότι «οι καλλιτέχνες ενός αιώνα [είναι] βασικά ανίκανοι να αναπαράγουν την όψη ενός περασμένου ή μελλοντικού αιώνα…».
«…Έχω μελετήσει την τέχνη των αρχαίων και την τέχνη των σύγχρονων, αποφεύγοντας κάθε τυποποιημένο σύστημα, χωρίς προκαταλήψεις. Δεν ήθελα πλέον να μιμηθώ το ένα ή να αντιγράψω το άλλο, ούτε, επιπλέον, ήταν πρόθεσή μου να πετύχω τον τετριμμένο στόχο του «η τέχνη για την τέχνη». Οχι! Ήθελα απλώς να αντλήσω, από την πλήρη εξοικείωση με την παράδοση, την αιτιολογημένη και ανεξάρτητη συνείδηση της ατομικότητάς μου…» (Από το μανιφέστο του Ρεαλισμού)

The Stone Breakers 1849, Λάδι σε καμβά, εκτέθηκε πρώτη φορά στο Paris Salon το 1850, καταστράφηκε στον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο
Σκοπός μου, να είμαι σε θέση να ερμηνεύσω τις συνήθειες, τις ιδέες, την εικόνα της εποχής μου κατά τη γνώμη και την κρίση μου, να είμαι όχι μόνο ζωγράφος αλλά και άνθρωπος, με μια κουβέντα να κάνω ζωντανή τέχνη.

A Burial At Ornans, 1849–50, Λάδι σε καμβά, 314 cm × 663 cm, Musée d’Orsay, Paris.
Η Ταφή στο Ornans, ένα από τα πιο σημαντικά έργα του Κουρμπέ, καταγράφει την κηδεία του μεγάλου θείου του στην οποία παρευρέθηκε τον Σεπτέμβριο του 1848, όπου ζωγράφισε τους ίδιους τους ανθρώπους που ήταν παρόντες στον ενταφιασμό, όλους τους κατοίκους της πόλης. Το αποτέλεσμα είναι μια ρεαλιστική παρουσίαση αυτών και της ζωής στο Ornans. Ο ίδιος χαρακτήρισε το έργο αυτό ως μια κηδεία του Ρομαντισμού. Βέβαια για το συγκεκριμένο έργο οι κριτικοί κατηγόρησαν τον Gourbet για σκόπιμη επιδίωξη της ασχήμιας.

Το εργαστήρι του καλλιτέχνη, Musée d’Orsay, Paris. , 1855
Σε ένα άλλο γνωστό του έργο “Το εργαστήρι του καλλιτέχνη” ο Courbet αναφέρει ότι στη δεξιά πλευρά ζωγράφισε τον κόσμο που ζει τη ζωή, δηλαδή όλους εκείνους τους διανοούμενους, ποιητές, οι οποίοι τον υποστηρίζουν στην αισθητική και ιδεολογική επανάσταση που έχει ξεκινήσει όπως ο Proudhon, ο Bruyas, ο Baudelaire (δεξιό άκρο) και ο Champfleury. Στην αριστερή πλευρά ζωγράφισε τον κόσμο που ζει το θάνατο, τα θύματα των υλικών αναγκών, κυρίως τις φτωχότερες τάξεις. Εικονίζεται μια ρακένδυτη γυναίκα που θηλάζει το μωρό της, ένας λαθροθήρας, ένας ραβίνος και πολλές άλλες μορφές οι οποίες αποτυπώνουν με ρεαλιστικό τρόπο τις δυσκολίες και το αδιέξοδο της ζωής.

Το 1850, ο Courbet έγραψε σε έναν φίλο:
«…στην τόσο πολύ πολιτισμένη κοινωνία μας είναι απαραίτητο να ζήσω τη ζωή ενός άγριου. Πρέπει να είμαι ελεύθερος ακόμη και από κυβερνήσεις. Ο λαός έχει τη συμπάθειά μου, πρέπει να απευθυνθώ ευθέως σε αυτόν».
Στις 4 Σεπτεμβρίου 1870, κατά τη διάρκεια του Γαλλο-Πρωσικού Πολέμου, ο Gourbet έγραψε μια επιστολή στην Κυβέρνηση Εθνικής Άμυνας, προτείνοντας να κατεδαφιστεί η στήλη στην Place Vendôme, που έστησε ο Ναπολέοντας Α’ το 1810 για να τιμήσει τις νίκες του Γαλλικού Στρατού στο Austerlitz, με χαλκό που είχε συγκεντρωθεί από τα κανόνια του εχθρού, αυστριακά και ρωσικά.
Κατά τη εγκαθίδρυση της παρισινής Κομμούνας (18 Μαρτίου 1871) εκλέχτηκε προέδρος της επιτροπής Μουσείων και υπεύθυνος για τη δημόσια παιδεία στο Συμβούλιο της Κομμούνας του 6ο διαμερίσματος του Παρισιού, με βασική αποστολή την ελεύθερη πρόσβαση του λαού στα μουσεία, την εισαγωγή της τέχνης στο σχολείο και την ελεύθερη ανάπτυξη καλλιτεχνικής δημιουργίας. Εκλέχτηκε, επίσης, επικεφαλής της Ομοσπονδίας καλλιτεχνών όπου μέλη της ήταν πολλοί σημαντικοί ζωγράφοι της εποχής, όπως ο Manet, ο Millet, ο Corot και ο Daumier.
Με το διάταγμα της 12ης Απριλίου 1871 η Κομμούνα αποφασίζει τελικά την καταστροφή του μνημείου, όπως είχε προτείνει ο Courbet, «θεωρώντας ότι η αυτοκρατορική στήλη της πλατείας Vendôme αποτελεί μνημείο βαρβαρότητας, σύμβολο ωμής βίας, διακήρυξη μιλιταρισμού, άρνηση του διεθνούς δικαίου, μια συνεχή πρόκληση των νικητών απέναντι στους νικημένους και μια διαρκή παραβίαση των πολιτειακών αρχών της Γαλλίας».

Αξιωματούχοι της κοινότητας ποζάρουν με τα συντρίμμια της στήλης Vendôme
Λίγες ημέρες μετά, η εξέγερση αιματοκυλίστηκε με 20.000 νεκρούς και 40.000 συλλήψεις. Την “Ματωμένη Βδομάδα” (21-27 Μαΐου), ο Courbet βρήκε καταφύγιο σ’ ένα φιλικό του σπίτι όπου τελικά συνελήφθη στις 7 Ιουνίου 1871. Καταδικάστηκε, αλλά του επιβλήθηκε πιο ελαφριά ποινή από άλλους ηγέτες της Κομμούνας. Έξι μήνες φυλάκιση και πρόστιμο πεντακοσίων φράγκων. Εκτίοντας μέρος της ποινής του στη φυλακή του Saint-Pelagie στο Παρίσι, έκανε μια διάσημη σειρά από πίνακες νεκρής φύσης με λουλούδια και φρούτα. Ο Courbet ολοκλήρωσε την ποινή φυλάκισής του στις 2 Μαρτίου 1872. Όμως τα βάσανά του από την καταστροφή της Στήλης Vendôme δεν τελειώνουν εκεί. Τον επόμενο χρόνο πεθαίνει ο γιος του και το 1873 του ζητούν να πληρώσει για την ανακατασκευή της Στήλης, αλλά, φοβούμενος τη χρεωκοπία, εγκαταλείπει τη Γαλλία και αυτοεξορίζεται στην Ελβετία.
Τελικά, το κράτος όρισε το τελικό κόστος για την ανοικοδόμηση της Στήλης Vendôme στα 323.000 φράγκα για να τα αποπληρώσει ο Courbet σε ετήσιες δόσεις των 10.000 φράγκων για τα επόμενα 33 χρόνια. Στις 31 Δεκεμβρίου 1877, μια μέρα πριν από την καταβολή της πρώτης δόσης, ο Courbet πεθάνει σε ηλικία 58 ετών, στο La Tour-de-Peilz της Ελβετίας, από κίρρωση του ήπατος.
Ο Courbet κυνηγήθηκε για τις ιδέες του, το κράτος βρήκε σε αυτόν ένα εξιλαστήριο θύμα που όχι μόνο καταδίκασε σε φυλάκιση αλλά ήθελε να εξαθλιώσει και οικονομικά. Έζησε τα τελευταία του χρόνια αυτοεξόριστος και πέθανε μόνος, όμως ελεύθερος. Όπως επιθυμούσε…
Είμαι πενήντα χρονών και πάντα ζούσα στην ελευθερία, αφήστε με να τελειώσω τη ζωή μου ελεύθερος. Όταν πεθάνω, ας ειπωθεί αυτό για μένα: «Δεν ανήκε σε κανένα σχολείο, σε καμία εκκλησία, σε κανένα ίδρυμα, σε καμία ακαδημία, ούτε σε κανένα καθεστώς εκτός από το καθεστώς της ελευθερίας».

Self-portrait (The Desperate Man), c. 1843–1845
