
Αλέκος Φασιανός: Αθήνα,13 Δεκεμβρίου 1935 – Αθήνα, 16 Ιανουαρίου 2022
Ο Αλέκος Φασιανός γεννήθηκε στην Αθήνα το 1935, δίπλα στην εκκλησία των Αγίων Αποστόλων κάτω από την Ακρόπολη – ο παππούς του, ιερέας της εκκλησίας, ζούσε εκεί µε όλη του την οικογένεια. Ο πατέρας του, είναι συνθέτης και καθηγητής µουσικής και η µητέρα του καθηγήτρια αρχαίων ελληνικών. Την μητέρα του διακατείχε ένα πάθος για τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό και έτσι μαζί της συχνά επισκέπτονταν αρχαίολογικούς χώρους όπου έμαθε να γνωρίζει και να θαυμάζει το αρχαίο κάλλος.
Σπούδασε βιολί στο Ωδείο Αθηνών (εκεί συναντάει µουσικούς όπως ο Γιάννης Μαρκόπουλος, ο Μίκης Θεοδωράκης και την Ντόρα Μπακόπουλου, που θα διαδραµατίσουν σηµαντικό ρόλο στη ζωή του) και ζωγραφική στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών (1955-1960) με τον Γιάννη Μόραλη.
Δεν μπορώ να πω ότι δεν έμαθα τίποτε. Το αντίθετο. Ο δάσκαλος μας ο Μόραλης είχε μια επιρροή επάνω μας τόσο σαν καλλιτέχνης, όσο και σαν άνθρωπος. Μάθαμε να βλέπουμε τις επιδράσεις του σκότους επί του φωτός και τανάπαλιν καθώς και τις αλλοιώσεις των σχημάτων των αντικειμένων εξ αιτίας του φωτός. Μάθαμε να συγκρίνουμε και τα πράγματα. Όμως πάντα σκεφτόμουνα τους αγίους με τα φωτοστέφανα, τα κοντάρια τους, τα σπαθιά τους, τις πολυποίκιλες στολές τους και τα κόκκινα η άσπρα άλογα που πηδούσαν πάνω από φλεγόμενους δράκοντες.
Μετά την πρώτη του ατομική έκθεση στην Αθήνα το 1960, πήγε στο Παρίσι με υποτροφία της γαλλικής κυβέρνησης. Εκεί παρακολούθησε μαθήματα λιθογραφίας στην Ecole des Βeaux-Αrts, κοντά στους Clairin και Dayez (1962-64). Τελικά, εγκαταστάθηκε μόνιμα στη γαλλική πρωτεύουσα, όπου έζησε επί 35 χρόνια, κρατώντας πάντως μια στενή και τακτική σχέση με την Ελλάδα.

Η αφίσα που φιλοτέχνησε ο Αλέκος Φασιανός για τον Μάη του ’68 στο Παρίσι
Ο Λουί Αραγκόν είχε πει: «Φασιανέ, εσύ μας έμαθες έναν καινούργιο τρόπο να αγαπάμε».
Mε την επιστροφή του στην Αθήνα το 1963 η επαφή του με την καλλιτεχνική ζωής δεν είχε σταματήσει.
Μαζί με τον αρχιτέκτονα και ζωγράφο Αντώνη Κεπέτζη, τον Νίκο Στεφάνου και τον Βασίλη Σπεράντζα είχαν νοικιάσει από την Εθνική Πινακοθήκη ένα ατελιέ στην Καλλιθέα όπου και μέχρι το 1967 η παρέα δημιούργησε ένα ζωντανό εργαστήριο, το Ατελιέ της Καλλιθέας. Ένα από τα λίγα, αν όχι το μοναδικό καλλιτεχνικό ατελιέ που οι συναθροίσεις φίλων και οι σουρρεαλιστικές παραστάσεις ήταν αυτά που το κρατούσε ζωντανό.

Ο Φασιανός έχει πεί χαρακτηριστικά: «Εκεί αναπτυχθήκαμε με έμπνευση και ενθουσιασμό, για μια ζωγραφική που βγαίνει από την αίσθηση της πραγματικότητας. Σ’ αυτό το ατελιέ, μας επισκέπτονταν πολλοί φίλοι ποιητές, ζωγράφοι, φιλότεχνοι και περίεργοι. Ερχόταν συχνά ο Ταχτσής, ο Τσαρούχης, ο Εμπειρίκος, η Βακαλό, ο Σινόπουλος, ο Καρούζος, ο Αναλις και πολλοί άλλοι. Ετσι, με την ηθική υποστήριξή τους και τις συμβουλές τους, παίρναμε πολύ θάρρος. Γιατί, δεν είναι εύκολο, όταν κανείς αρχίζει, να είναι σίγουρος για το έργο του…. Με τον Σπεράντζα μέναμε στο επάνω πάτωμα και ο Στεφάνου στο κάτω…. Εκεί, σ’ αυτό το σπίτι της Καλλιθέας, γεννήθηκε ο πρώτος ποδηλάτης καπνίζων. Ξαφνικά μια μέρα, ενώ στεκόμουν στο παράθυρο και κοιτούσα τον ουρανό, μου ήλθε η έμπνευση, σαν επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος, να κάνω έναν ποδηλατιστή με τσιγάρο και καπνό και με τα μαλλιά του να ανεμίζουν…”
*https://www.alekosfassianos.gr/timeline/epistrofi-tou-stin-athina/

Ο ταγματάρχης, 1967, Λάδι σε καμβά, 127 x 100,3cm
Το χαρακτηριστικό ύφος του Φασιανού διαμορφώνεται στις αρχές της δεκαετίας του ’60. Τρία βασικά θέματα έμειναν αναλλοίωτα στη διάρκεια της πορείας του: άνθρωπος, φύση, περιβάλλον. Η σπουδή του ελληνικού πολιτισμού και η ενασχόληση με τις γραφικές τέχνες και τη χαρακτική επηρέασαν και το ζωγραφικό του έργο. Στις πρώτες συνθέσεις του κυριαρχεί η μορφή του αξιωματικού με τα φουσκωτά, κόκκινα μάγουλα, τα φανταχτερά σιρίτια στη στολή και το γελοιογραφικά υποβλητικό ύφος. Σταδιακά οι μορφές κινούνται και αποκτούν δική τους ζωή. Γίνονται ζεύγη που γεμίζουν το χώρο μόλις αγγίζουν η μία την άλλη, μένοντας ωστόσο ενωμένες σχεδιαστικά σε μία μάζα.
Και τώρα αυτά που ζωγραφίζω κρατούν φλεγόμενα σπαθιά όπως οι βυζαντινοί άγιοι. Είναι όμως πλάσματα απόκοσμα, της δικιάς μου φαντασίας, όπως προήλθαν μέσα από τις σκοτεινές εκκλησίες. Μου αρέσει η κόκκινη μάζα η η μπλέ, όχι όμως αφηρημένη. Θέλω όμως να συμβολίζει κάτι το χρώμα η οι γραμμές. Για αυτό πάντα οι φιγούρες που ζωγραφίζω είναι διαλυμένες και ζουν στα λουλούδια.Ίσως είναι πεθαμένες”–
Αλέκος Φασιανός
Αθήνα 1964

Νωχελική, 1975, Λινόλαιο σε χαρτί, 42 x 55 εκ. (Εθνική Πινακοθήκη)

Συγκέντρωση (La reunion snob), 1977 (Εθνική Πινακοθήκη)

Οι άνθρωποι οδηγούμενοι υπό αρχαίου Έλληνος στους Δελφούς, 1997, Ακρυλικό σε καμβά, 145 x 227,5 εκ. (Εθνική Πινακοθήκη)

Δάφνις, Χρωματιστά μολύβια σε χαρτί κολλημένο σε μουσαμά, 49,8 x 50,3 εκ.
Με ό,τι πέφτει στα χέρια μου μπορώ να δημιουργήσω. Δεν πρέπει να είσαι δούλος των υλικών, αλλά να τα κατακτάς. Γιατί το υλικό είναι μέσο με το οποίο μπορείς να δημιουργήσεις. Μπορεί να είναι πέτρα, ξύλο ή οτιδήποτε άλλο. Και για τη ζωγραφική χρειάζονται απλώς χρώματα. Τα υλικά τα φτιάχνω μόνος μου. Φτιάχνω χρώματα με κόλλα και σκόνη. Οταν μαγειρεύεις σπίτι σου, δεν μαγειρεύεις καλύτερα από αυτά τα εστιατόρια; Κάπως έτσι κάνω και εγώ. Το ατελιέ μου είναι σαν κουζίνα. Μαγειρεύω και φτιάχνω μοναδικές συνταγές

Χάλκινο άγαλμα του Αλέκου Φασιανού που αναπαριστά έναν ποδηλάτη, Αθήνα

Βαρκάρης, 1990, Ακρυλικό σε μουσαμά, 44,5 x 33,5 εκ.

