
Κώστα Μαλάμου, «Η πρώτη επέτειος», 1975, λάδι.
Φοβᾶμαι τος ἀνθρώπους που ἑφτά χρόνια ἔκαναν πως δεν εἶχαν πάρει χαμπάρι
και μία ὡραία πρωία μεσοῦντος κάποιου Ἰουλίου
βγῆκαν στις πλατεῖες με σημαιάκια κραυγάζοντας «δῶστε τη χούντα στο λαό».
Φοβᾶμαι τους ἀνθρώπους που με καταλερωμένη τη φωλιά
πασχίζουν τώρα να βροῦν λεκέδες στη δική σου.
Φοβᾶμαι τους ἀνθρώπους που σοῦ κλείναν την πόρτα
μην τυχόν και τους δώσεις κουπόνια και τώρα
τους βλέπεις στο Πολυτεχνεῖο να καταθέτουν γαρίφαλα και νὰ δακρύζουν.
Φοβᾶμαι τους ἀνθρώπους που γέμιζαν τις ταβέρνες
και τα σπάζαν στα μπουζούκια κάθε βράδυ και τώρα τα ξανασπάζουν
ὅταν τους πιάνει το μεράκι τῆς Φαραντούρη και ἔχουν και «ἀπόψεις».
Φοβᾶμαι τους ἀνθρώπους που ἄλλαζαν πεζοδρόμιο ὅταν σε συναντοῦσαν
και τώρα σε λοιδοροῦν γιατί, λέει, δεν βαδίζεις ἴσιο δρόμο.
Φοβᾶμαι, φοβᾶμαι πολλούς ἀνθρώπους.
Φέτος φοβήθηκα ἀκόμη περισσότερο.
Νοέμβρης 1983
