
… Να ήμασταν λέει στο Βελιγράδι, σε κάποιο διαμέρισμα μιας πολυκατοικίας του κέντρου, σε ένα τραπεζάκι δίπλα στο παράθυρο, να πίναμε κόκκινο δυνατό κρασί και να αφήναμε τη ζέστη και τη βουή και τα κλάματα των μωρών και τον ήχο των αεροπλάνων να κυλήσουν μέσα μας, έτσι που να μην ξέρουμε τι είναι κρασί και τι είναι ήχος, να κοιτούσαμε από το παράθυρο στο απέναντι διαμέρισμα, και να βλέπαμε τον Marko να χορεύει με την ξανθιά του αγαπημένη και να αγνοεί και τη ζέστη και τη βουή και τα κλάματα των μωρών και τον ήχο των αεροπλάνων, γιατί πιο πολύ από το φόβο για τους σοβάδες που έτριζαν ολόγυρα, πιο πολύ από το άγχος για το πώς θα τη βγάλει στον πόλεμο, πιο πολύ από την απελπισία για τη ζωή που ξεγλιστρά γύρω του, πιο πολύ από τον τρόμο για το ενδεχόμενο του θανάτου από μια βόμβα, ήταν ανελέητα, αφόρητα, απίστευτα, αναπάντεχα, αδιανόητα καυλωμένος, και τίποτα και κανένας δε θα μπορούσε να τον σταματήσει από το να χώνει τη μύτη του στα μαλλιά της αγαπημένης, κι εμείς να κοιτούσαμε το σύμπλεγμα του Αδάμ και της Εύας να χορεύει, και να παρατηρούσαμε πώς το σύμπαν γεννιέται και πεθαίνει γύρω από μια στροβιλιζόμενη ξανθιά μπούκλα.
