Για λόγους που ίσως σχετίζονται με το “μέγα μυστήριο” της ύπαρξης, πολλές φορές βρίσκουμε ευκολότερο τον προσδιορισμό οποιασδήποτε κατάστασης μέσω της αναίρεσης της: Μια αφαιρετική λογική διαδικασία ισοδύναμη με το γνωστό μας μαθηματικό “αν και μόνο αν”, που συντελεί στη νοητή δημιουργία δύο, εκ του παραπάνω ορισμού, ασυμβίβαστων (=ξένων μεταξύ) ενδεχομένων, του “είναι” και του “δεν είναι”, ως βάση για την εξέλιξη της σκέψης μας. Υποσυνείδητος σκοπός; Η άρση της αβεβαιότητας για το, ευάλωτο σε αυτήν, ανθρώπινο μυαλό, ή, αλλιώς, η ανάδειξη μιας συγκεκριμένης νοητής δομής στο χάος του κόσμου των ιδεών.
Η “φιλοσοφία”, ετυμολογικά, σημαίνει την θετικά προσκείμενη, ιδεατή και πρακτική, στάση, προς τη σοφία: Ένα σύνολο απόψεων και πράξεων που κάνουν τη ζωή του ανθρώπου “καλύτερη”, και οι φίλοι του. Βέβαια, στους περισσότερους από εμάς, όσες απαντήσεις δίνει ο ετυμολογικός “ορισμός” της φιλοσοφίας, πολλαπλάσια ερωτήματα γεννάει. Ευθέως ανακαλύπτουμε, απλά, το αναπόφευκτο: Αν θέλουμε ενός οποιουδήποτε ορισμού να αποκομίζουμε μια χρήσιμότητα, η παραπάνω ετυμολογία μάς είναι είτε παντελώς άχρηστη, είτε, στην καλύτερη περίπτωση, εντελώς ελλιπής. Ο λόγος; Ακριβώς η αποτυχία δημιουργίας μιας διακριτής “δομής” στο νου μας: Το αναπάντητο ερώτημα περί διαχωρισμού του χάους σε ξένα σύνολα, επί των οποίων με ασφάλεια θα αναπτύξει ο άνθρωπος μια κτίση ιδεατή. Η έλλειψη, λοιπόν, του “δεν είναι”.
Λογικό επόμενο βήμα είναι μια προσπάθεια εκ μέρους μας να εμπλουτιστεί ο παραπάνω ορισμός, ή ακόμα και να επεξηγηθεί. Η διαδικασία, δηλαδή, της τοποθέτησης “ορίων” στο νου μας, μέσω της ανάλυσης της σημασίας αφηρημένων εννοιών, όπως “θετικά προσκείμενη”, “στάση”, και αντιπροσωπευτικότερα, “καλύτερη”. Είναι σταθερές ή δυναμικές οι προηγούμενες σημασίες; Από τι ακριβώς εξαρτώνται; Και, το σημαντικότερο:
Μπορεί να υπάρξει αντικειμενική λύση σε όλα αυτά τα ερωτήματα, εκ της βάσης έως τα άκρα του λογισμού μας;
Με την παρατήρησή του ο άνθρωπος, ανά τους αιώνες, σύλλεγε δεδομένα, γεγονότα ή και εντυπώσεις γεγονότων, με “μάζα” ή και χωρίς! Ήταν ο μόνος τρόπος για να υπερνικηθούν ιδεατές και πρακτικές δυσκολίες που εμφανίζονταν στο ταξίδι του είδους του σε αυτόν τον πλανήτη. Εκ φύσεως “όντα” αντικειμενικά, τα γεγονότα πάντα καταδείκνυαν κάποιες μορφές επαναληψιμότητας: αντικειμενικές στο σύνολο, συνέθεταν όλες μαζί το αντικειμενικό συμπέρασμα αυτής της συλλογής: “Είναι!“. Η γέννηση αυτή της Επιστήμης σήμανε την αρχή του νοητού ταξιδιού μας για αντικειμενικές απαντήσεις. Συμπερασματικά, η υποκειμενικότητα του ανθρώπου δεν αποτελούσε κατά μόνας τη λύση στην υπερνίκηση των αντικειμενικών εμποδίων στη ζωή του: στην “εύρεση” και τον προσδιορισμό του “καλύτερου”. Έχουμε τώρα, λοιπόν, μια σαφή διάκριση μεταξύ μιας “αντικειμενικής” φιλοσοφίας, και μιας “υποκειμενικής”. Όντως ξένα ενδεχόμενα, δεν είναι ανεξάρτητα μεταξύ τους, καθώς η ιδιότητα του μη-αριθμήσιμου χαρακτήρα της υποκειμενικής φιλοσοφίας δεν αφήνει περιθώριο, παρά τον ακριβή ορισμό της μέσω της άρνησης: Είναι το σύνολο εκείνο της φιλοσοφίας το οποίο είναι αντικειμενικά λάθος. Ένας τέτοιος ορισμός διατηρεί την ελευθερία της “άποψης” στον άνθρωπο: Μπορεί κανείς να σκέφτεται ελεύθερα μια αντικειμενική ή μια υποκειμενική ιδέα, και δεν είναι πλέον δόκιμο μια ιδέα να χαρακτηρίζεται ως υποκειμενική απλώς και μόνο λόγω της ίδιας της ύπαρξής της σε κάποιον ανθρώπινο νου.
Κατά κάποιο τρόπο, μπορούμε ίσως να σκεφτούμε πως ο χώρος αυτός της “αντικειμενικής” φιλοσοφίας εξελίχθηκε σε αυτό που σήμερα καλούμε Επιστήμη: Μια περιήγηση στην ύπαρξη μέσω αυστηρών, σταθερών και απαράβατων κανόνων. Μήπως όμως η Επιστήμη δεν πήγασε αρχικά από την “υποκειμενική” άποψη, από την αρχική ασύδοτη περιήγηση του ανθρώπινου νου; Φυσικά και το έκανε!
Η εύρεση του “λάθους” οδήγησε στο “σωστό”, στο “καλύτερο”.
Σύμφωνα με τον ετυμολογικό ορισμό, τα δύο αυτά ασυμβίβαστα σύνολα πράγματι ανήκουν στη φιλοσοφία. Μια αρχική δομή ξεπροβάλλει στο νου, όχι καθοριστική, αλλά ως μια αρχή.

Και τώρα; Τι δεν είναι πλέον η φιλοσοφία; Είναι φανερό από το χρονικό μας ταξίδι σαν είδος πως η χρησιμότητα της Επιστήμης είναι αιώνια, ενώ αυτή του υποκειμενισμού προσδιορίζεται ως εφαλτήριο της πρώτης. Μια οδός του νου, απαραίτητο να διαβεί, για την άρση της αβεβαιότητας. Μια διδακτική πορεία, με την πυξίδα της συλλογής γεγονότων, της αρχής της λεγόμενης “επιστημονικής μεθόδου”. Η χρησιμότητα του υποκειμενισμού ξεψυχά όταν χάνεται η πυξίδα αυτή: Μιλάμε πλέον για ένα σύνολο ιδεών χωρίς χρησιμότητα. Ετυμολογικά, αντικειμενικά ξένο με τη φιλοσοφία: “Δεν είναι!”. Ο υποκειμενισμός μοιράζεται αξιοθαύμαστα, με την αιματοβαμμένη συνοριογραμμή της ίδιας της ανθρώπινης ιστορίας, μεταξύ της φιλοσοφίας και ο,τιδήποτε-δεν-είναι-φιλοσοφία, και γεννά ακόμα ατελείωτες ιστορίες από ταξίδια των ανθρώπων στην κτίση του ίδιου τους του νου!
Εν τέλει, το μόνο σίγουρο που φαίνεται είναι η πολύπλευρη εξάρτηση της φιλοσοφίας από την ίδια της ιστορία του ανθρώπινου είδους. Μια εξάρτηση δυναμική, όσο και η ίδια η ύπαρξη. Η ύπαρξη αυτής της στήλης, αντιθέτως, ως προϊόν ενός ανθρώπου, δεν μπορεί μάταια παρά να έχει και τα όρια της. Είναι μια προσπάθεια να “περιηγηθούμε” υποκειμενικά – όσο μπορεί ο γράφων να διατηρεί την αλαζονεία του πληθυντικού – ώστε να καταλήξουμε αντικειμενικά.
Να ταξιδέψουμε, ναι, αλλά και να φτάσουμε. Ακόμα κι αν χαθούμε στο δρόμο.
