Καθώς ο Αύγουστος τελειώνει, η ανυπομονησία του καινούργιου, του διαφορετικού, υποβαθμίζεται. Ξανά η ίδια καθημερινότητα, η ίδια στάση του λεωφορείου, ακόμα και οι ίδιες φάτσες που επαναλαμβάνονται, δίνοντάς σου την πεποίθηση πως τίποτα δεν αλλάζει γύρω μας, όχι με την θετική έννοια της σταθερότητας αλλά με την έννοια του στάσιμου μοτίβου.
Για κάποιο λόγο όμως, υπάρχει μια ελπίδα. Ίσως ακόμα δεν κουράστηκες, ακόμα έχεις κουράγιο να ξυπνάς τα πρωινά. Δεν ξεχνάς να χαμογελάς εκεί που χρειάζεται αλλά και εκεί που θέλεις. Όλα έχουν μια αδιόρατη και αδιευκρίνιστη ομορφιά που σίγουρα δεν υπήρχε πριν φύγεις αγκαλιά με το μαγιό και το αντηλιακό αναζητώντας κάποια ζεστή παραλία. Κοιτώντας την ρεαλιστική σου πλευρά αναγνωρίζεις πως αργά ή γρήγορα θα χαθεί αυτή η ουτοπική εικόνα της καθημερινότητας. Μπορεί και γιατί οι άνθρωποι είμαστε γκρινιάρηδες και άπληστοι.
Αυτό που θέλω να χαραχθεί στην μνήμη, φέτος, δεν είναι μόνο οι παρέες, η ξεγνοιασιά, το μαύρισμα, ο γαλάζιος ουρανός που αντικατοπτρίζεται στις θάλασσες. Δεν είναι μόνο η προσωρινή ηρεμία και ένα φιλί που σε κάνει να ζεις πέρα από τον τόπο και τον χρόνο, που σε αφήνει να ταξιδέψεις σε παιδικά και εφηβικά σκιρτήματα. Είναι εκείνη η μορφή. Εκείνου του ανθρώπου. Σε εκείνο το ταβερνάκι. Σ’ ένα ξεχασμένο χωριό που δεν θυμάσαι το όνομά του, μέσα στην λήθη της καλοπέρασης.
Μόλις είχαμε καθίσει περιμένοντας με προσμονή μια μπύρα για να δροσίσει τα στεγνά λαρύγγια μας. Εκείνος μπήκε αργά και σταθερά. Μας χαιρέτησε σαν να μας ήξερε από πάντα. Σαν να είχαμε μεγαλώσει στο διπλανό σπίτι. Σαν να ήταν εκείνος ο γεράκος που μας μάλωσε για πρώτη φορά όταν η μπάλα χτύπησε στην πράσινη πόρτα του. Δεν το κάναμε επίτηδες και το ήξερε. Απλά έπρεπε να μας μαλώσει και ας μπορούσαμε να διακρίνουμε ένα κρυφό γελάκι πίσω από τα μάτια του. Στο χείλος του στόματός του. Καλά κρυμμένο πίσω από τις ρυτίδες που μόλις είχαν δημιουργηθεί.
Πήγε στο ψυγείο και κείνος με μια δίψα, οικεία ανάγκη με την δική μας. Πήρε ένα μπουκαλάκι νερό και κάθισε στο ίδιο τραπέζι. Το δικό του. Τα χέρια του ήξεραν να κινηθούν. Αναγνώριζαν τις χαρακιές πάνω στο σκούρο ξύλο. Τα χρόνια του τα είχε περάσει ακριβώς εκεί. Τον φώναξαν με το μικρό του. «Γεια σου κυρ Θόδωρε»! Χαμογέλασε και περίμενε υπομονετικά τον καφέ του, προσηλωμένος σε μια εφημερίδα που όμως παρέμενε κλειστή ακουμπισμένη ευλαβικά πάνω στο τραπέζι.
Του έφεραν ελληνικό καφέ. Πιστός στις παραδόσεις και ας είχε έξω 40 βαθμούς. Δεν είχα ξαναδεί κάποιον να ρίχνει κρύο νερό στον ελληνικό καφέ. Τον παρατηρούσα, χωρίς να φεύγει το βλέμμα μου από πάνω του. Ήθελα να μάθω και άλλα για εκείνες τις παράξενες συνήθειες. Ποιος να ήταν;
Άρχισε να διαβάζει. Το χέρι του ακολουθούσε τις γραμμές. Τον άκουσα να ψιθυρίζει. Απομόνωσα όλους τους άλλους ήχους για να προσέξω καλύτερα. Συλλάβιζε. Το χέρι του και η φωνή του ακολουθούσαν κάθε γράμμα, κάθε συλλαβή. Με υπομονή. Σαν τα παιδιά στο δημοτικό σχολείο, που τώρα μαθαίνουν ανάγνωση. Τον σεβάστηκα βαθύτατα μέσα μου. Γιατί δεν φοβόταν να είναι ο εαυτός του. Συνέχισε. Μέχρι να τελειώσει ο καφές.
Το φαί μας έφτασε και τα μάτια μου σταμάτησαν να βρίσκουν εκεί ενδιαφέρον. Τα γέλια επικράτησαν, η παρεΐστικη διάθεση επανεμφανίστηκε. Όλοι είχαν πιο πολλές δυνάμεις και όρεξη ξανά. Ίσως να πηγαίναμε για ακόμα μια βουτιά αργότερα. Ήταν νωρίς το απόγευμα και είχαμε όλες τις διακοπές μπροστά μας. Όλη την ζωή μπροστά μας…
Τον κοίταξα άλλη μια φορά πριν απομακρυνθεί και χαθεί στον ορίζοντα. Ήταν πραγματικά πολύ γέρος. Πλησίασε κάτι λουλούδια, σχεδόν άσημα, σε μια γλάστρα που αποτελούσε διακόσμηση του μαγαζιού. Τα πότισε. Σαν να ήταν αιώνιοι φίλοι. Με αυτόν τον τρόπο χαιρέτησε σιωπηλά. Μέχρι την επόμενη φορά που θα ξανασυναντηθούν.
