Δευτέρα μεσημέρι. Σ’ έναν δρόμο της Θεσσαλονίκης από κείνους που δεν θυμάσαι ποτέ το όνομά τους, όσες φορές και αν περάσεις από κει. Ζέστη, καλοκαίρι επιτέλους, με μιαν αργοπορία που θα αργήσει να φέρει ξανά την δροσιά.
Γυρίζοντας από την δουλειά, μυρωδιές φτάνουν στην ταλαιπωρημένη από τις αλλεργίες, μύτη μου. Ανάμεικτες. Σαν εκείνες που φτάνουν από τους πράσινους κάδους των σκουπιδιών και σου φέρνουν αναγούλα. Η λαϊκή αγορά έχει τελειώσει και οι άνθρωποι του δήμου δεν έχουν προφτάσει να καθαρίσουν τον μικρό δρόμο, να ρίξουν νερό και να απομακρύνουν κάθε ίχνος ανθρώπινης παρέμβασης καθώς και διερχόμενης ζωής.
Διψάω. Κάτω από τον ήλιο, τον καυτό, τον ανυπόφορο, κάνω το βήμα μου πιο γοργό για να φτάσω στο σπίτι μου. Να ανάψω τον κλιματισμό, να φάω και να πιω ήσυχα τον καφέ μου, μπροστά από τον υπολογιστή μου, στην ασφάλειά μου. Στην ηρεμία μου. Μακριά από κάθε ένταση της καθημερινότητας.
Το μάτι μου πέφτει σε μια μαύρη κηλίδα στην μέση του δρόμου. Κάπως μακριά από το οπτικό μου πεδίο. Πλησιάζω ζωσμένη από την ανυπομονησία της περιέργειας. Είναι μια γυναίκα. Την παρατηρώ κρυμμένη πίσω από τους μαύρους φακούς των γυαλιών μου. Το βλέμμα μου δεν ξεχωρίζει έτσι. Περνάω ξυστά δίπλα της, χωρίς να στρέψω προς εκείνη το κεφάλι μου, μη τυχόν και με δει. Μη τυχόν και με θεωρήσει αδιάκριτη. Είναι σκυμμένη και μαζεύει ροδάκινα. Τα φρούτα που δεν μπορούν να πουληθούν. Τα σαπισμένα και εξαντλημένα από τον ήλιο. Κάποιος τα άφησε εκεί επίτηδες. Δεν ήθελε να τα ρίξει σε έναν κάδο.
Ελπίζω εκεί ανάμεσα να υπάρχουν και κάποια γερά φρούτα. Που να αντέξουν περισσότερο από τα άλλα. Που έχουν λίγη ζωή ακόμα να δώσουν, λίγη ακόμα από την ύπαρξή τους σε στόματα που πεινάνε. Που τριγυρνούν στους δρόμους της πόλης καθημερινώς, επαναλαμβάνοντας την ίδια σκηνή, σε κάποιο αθέατο θέατρο.
Είσαι μόνο μία;
Στο πιο κάτω στενό βλέπω άλλη μια γυναίκα να μαζεύει χόρτα, απ’ την άσφαλτο. Αυτή είναι πιο νέα. Μέσα στην μεγάλη διάφανη σακούλα που την συντροφεύει, υπάρχουν δυο, τρεις μελιτζάνες και λίγες πιπεριές. Ίσως να της λείπει λίγο ψωμάκι για να ολοκληρωθεί το γεύμα της.
Ελλάδα το όνομα της. Της γυναίκας που πληθαίνει τους δρόμους με ποδοπατημένη αξιοπρέπεια. Με βουρκωμένα μάτια. Με χέρια λερωμένα από τα παραγινωμένα ροδάκινα.
Σκύβω το κεφάλι. Ντρέπομαι γιατί πριν λίγα λεπτά σκεφτόμουν ότι διψούσα. Απομακρύνομαι σαν κυνηγημένη. Όχι γιατί ντράπηκα για κείνες τους τις πράξεις. Αλλά γιατί δεν βρήκα έναν φούρνο να πάρω λίγο ψωμί, ολοκληρώνοντας το μεγαλόπρεπο γεύμα των γυναικών αυτών που υπάρχουν και ζουν πλάι μας.
Μην γυρίζετε το κεφάλι από την άλλη…
Λυτρωμένες γυναικείες παρουσίες,
απ’ τα βλέμματα του κόσμου ξεμακραίνουν.
Δεν έχουν πρόσωπο σαν το δικό μου.
Δεν είναι άσχημα ή όμορφα ντυμένες.
Έχουν την γλύκα μιας απρόσωπης σημαίας,
λευκό γαλάζιο που σκίζεται στις άκρες.
Απ’ τον αέρα χτυπιούνται, μα υπομένουν.
Ζουν και ονειρεύονται κοιτώντας έναν ορίζοντα, κάπου μπροστά τους.
Στο μέλλον….
Όχι για κεινες…
Όχι για σένα… Ούτε για μένα
Για τα παιδιά τους που τυχαίνει να πεινάνε…
K.
