Έχει χαρακτηριστεί θρύλος, η μεγαλύτερη Ελληνίδα τραγωδός για τους περισσότερους, αγαπημένη τόσο των θεατών της εποχής όσο και των κριτικών. Η Μαρίκα Κοτοπούλη, ακόμα και σήμερα, 63 χρόνια μετά τον θάνατο της, κατέχει εξέχουσα θέση στο πάνθεον των Ελληνίδων ηθοποιών του θεάτρου.
Κόρη του Δημητρίου και της Ελένης Κοτοπούλη, δύο σημαντικών ηθοποιών της εποχής, έκανε την παρθενική της εμφάνιση στο σανίδι ως βρέφος, ενώ ο πρώτος ρόλος της ήρθε στα 5 της χρόνια πλάι στους γονείς της. Πέρασε από το Βασιλικό θέατρο ενώ λίγα χρόνια αργότερα έγινε θιασάρχης στα 21 της, καθορίζοντας η ίδια το ρεπερτόριο του θιάσου, βάζοντας έτσι την σφραγίδα της στην πορεία του θεάτρου σε ολόκληρη την χώρα. Μετακόμισε για παραστάσεις στην Αμερική για 2 χρόνια και όταν επέστρεψε εξέφρασε την επιθυμία της να συνεργαστεί με την κύρια αντίζηλο της, Κυβέλη, ενώνοντας τις δυνάμεις τους πάνω στην σκηνή για τα έργα «Μαρία Στιούαρτ», «το επάγγελμα της κυρίας Γουόρεν» και «το πένθος ταιριάζει στην Ηλέκτρα».
Μετά τις μεγάλες τους επιτυχίες έρχεται και η ιδέα να συνεχίσουν την συνεργασία τους στην μεγάλη οθόνη. Το 1933 λοιπόν και ενώ ο ελληνικός κινηματογράφος δεν έχει ανθίσει, για την ακρίβεια δεν υπάρχουν καν τα μέσα στην Ελλάδα, οι Κοτοπούλη και Κυβέλη συμπρωταγωνιστούν στην ελληνοτουρκική ταινία «Κακός Δρόμος», διασκευή για τον κινηματογράφο της ομότιτλης νουβέλας του Γρηγορίου Ξενόπουλου. Σκηνοθέτης της ταινίας ήταν ο Ερτογρούλ Μουρσίν, του Εθνικού θεάτρου της Τουρκίας. Πολλοί μεγάλοι ηθοποιοί της εποχής πλαισίωσαν τις 2 πρωταγωνίστριες όπως ο Βασίλης Λογοθετίδης, ο Δημήτρης Μυράτ, ο Χρήστος Τσαγκανέας κ.α.
Η ιστορία εκτυλίσσεται στη Ζάκυνθο, όπου στο ίδιο καντούνι μεγαλώνουν δύο φίλες η Χριστίνα(Κοτοπούλη) και η Χρυσούλα (Κυβέλη). 2 εντελώς διαφορετικοί χαρακτήρες η άσχημη Χριστίνα που χαρακτηρίζεται από την τιμιότητα της και η όμορφη και άτακτη Χρυσούλα. Η Χριστίνα ζει με τον χήρο πατέρα της σε ένα φτωχικό σπίτι, ενώ από την άλλη η Χρυσούλα ζει με τους γονείς της σε έναν πιο πλούσιο περιβάλλον. Ένα βράδυ η Χριστίνα είδε την φίλη της να γυρνάει με ένα νεαρό αγόρι στο σπίτι της. Τελικά αυτό το αγόρι είναι αυτός που αγαπάει η Χριστίνα και αυτό σημαίνει το τέλος της φιλίας τους, αφού η Χρυσούλα έχει πάρει τον «Κακό δρόμο».
Ενώ η ταινία είχε όλα τα φόντα για να γίνει μεγάλη επιτυχία, η ιστορική συνύπαρξη των δύο «τιτάνων» του θεάτρου δεν αρκούσε. Η ταινία δέχτηκε έντονες αρνητικές κριτικές κυρίως για τις τολμηρές για την εποχή σκηνές. Ο «Κακός δρόμος» υποβλήθηκε μάλιστα 2 φορές προς έγκριση στην επιτροπή λογοκρισίας της πολιτείας της Νέας Υόρκης. Την δεύτερη φορά το σενάριο της ταινίας έγινε δεκτό αλλά λογοκρίθηκε κυρίως στις σκηνές της Κυβέλης στο κρεβάτι αλλά και σε φράσεις γεμάτες υπονοούμενα. Επίσης αρνητικές κριτικές έλαβαν η σκηνοθεσία, οι διάλογοι, η ηχοληψία και η ερμηνεία της Κυβέλης. Τα κακά σχόλια στο πρόσωπο της, ήταν μάλλον αποτέλεσμα των πολιτικών της πεποιθήσεων, καθώς ήταν υποστηρίκτρια του Ελευθερίου Βενιζέλου. Θετικά σχόλια έλαβε η ερμηνεία της Κοτοπούλη και κάποιες χιουμοριστικές σκηνές.
Η ταινία θεωρείται από πολλές πλευρές ιστορική, καθώς είναι η πρώτη πλήρως ηχητική και ομιλούσα ελληνική ταινία και η πρώτη ελληνοτουρκική συμπαραγωγή γυρισμένη στα στούντιο της Ιpek film στην Κωνσταντινούπολη, με όλα τα εξωτερικά γυρίσματα στην Ελλάδα, κυρίως στην Ζάκυνθο. Ένας άλλος λόγος για τον οποίο η ταινία θεωρείται σήμερα σημαντική είναι η εμφάνιση της Μαρίκας Κοτοπούλη, στην μοναδική ταινία που συμμετείχε σε όλη της ζωή. Σε μία εποχή που η βιντεοσκόπηση των στιγμών ήταν ουτοπική, ο «Κακός δρόμος» είναι η μοναδική ζωντανή στιγμή της που μας διασώζεται, εκτός από τις φωτογραφίες τις εποχής. Ο «Κακός Δρόμος» όμως έχει ξεχαστεί, γιατί η κόπια της είναι μέχρι και σήμερα χαμένη. Το μοναδικό βίντεο που κυκλοφορεί στο διαδίκτυο είναι διάρκειας 2 περίπου λεπτών και είναι ότι έχει διασωθεί από ολόκληρη την ταινία.
Το βίντεο είναι κακής ποιότητας και η εικόνα του πολύ θολή, έτσι δεν ξεχωρίζουν λεπτομέρειες στο πρόσωπο των δύο ηθοποιών. Συμπεραίνουμε ότι πιθανώς η αντρική φιγούρα είναι ο Δημήτρης Μυράτ και μαζί του Μαρίκα Κοτοπούλη, καθώς οι πόζες της ηθοποιού σε αυτήν τη σκηνή είναι ταυτοποιημένες με αντίστοιχες στάσεις της σε διάφορες φωτογραφίες της.
