Μονάχα γιατί τόσο ωραία μ’ αγάπησες έζησα,
να πληθαίνω τα ονείρατά σου,
ωραίε που βασίλεψες κι έτσι γλυκά πεθαίνω.
Μονάχα γιατί τόσο ωραία μ’ αγάπησες…
Μαρία Πολυδούρη, Γιατί μ’αγάπησες, Οι Τρίλλιες που σβήνουν 1928
Ο Κώστας Καρυωτάκης και η Μαρία Πολυδούρη, δύο διάσημοι ποιητές του μεσοπολέμου, ερωτεύτηκαν και αγαπήθηκαν πολύ, δεν κατάφεραν, όμως, να ζήσουν την ευτυχία μέσα από τον έρωτά τους… Έφυγαν και οι δύο σε νεαρή ηλικία βάζοντας ένα δραματικό επίλογο στην σύντομη αλλά τόσο έντονη σχέση τους.
Τάκη αγαπημένε μου!
Πόσο μου φαίνεται χρόνος κάθε ώρα που περνώ μακριά σου! Επίστευα, πριν φύγω, πως δε θα σε θυμόμουν έτσι πολύ και με τόσο πόνο, υπέθετα πως θα έβρισκα λίγα πράγματα ,στον τόπο που κλείνει τη μισή μου ζωή, που θα μπορούσαν να μ’απασχολήσουν οπωσδήποτε ευχάριστα. Τίποτε δεν έχει ενδιαφέρον για μένα που δεν είναι από σένα, που δεν μιλεί για σένα, Τάκη. Ετοιμαζόμουν για να βγω έξω, στον καθρέφτη δε βλέπω το δικό μου, βλέπω το δικό σου πρόσωπο (…) Το βραδάκι σήμερα είναι γλυκό, μελαγχολικό και η πνοή του απαλή σαν χάδι καλοσύνης… Πού είσαι;
Μαρίκα, 28-5-22

Η γνωριμία τους έγινε τον Δεκέμβριου του 1921 στη Νομαρχία Αθηνών όπου και εργάζονταν ως δημόσιοι υπάλληλοι. Ο Καρυωτάκης ήταν ένας μελαγχολικός νέος, που δεν εκτιμούσε ιδιαίτερα τον εαυτό του και είχε πολλές ανασφάλειες. Ζούσε ήσυχα και παράλληλα με το επάγγελμά του, έγραφε ποιήματα. Αντίθετα, η Πολυδούρη ήταν μια χειραφετημένη νεαρή, με φεμινιστικές ιδέες, που ζούσε μια προκλητική για την εποχή ζωή…
Η σκέψη και η ποίηση του Καρυωτάκη γοήτευσε τη νεαρή ποιήτρια, ενώ εκείνος από την πλευρά του, ερωτεύτηκε την όμορφη κοπέλα με τα μαύρα μάτια. Η σχέση που αναπτύχθηκε μεταξύ τους ήταν πολύ έντονη, αλλά ποτέ δεν ολοκληρώθηκε. Ο συνεσταλμένος νέος δεν μπορούσε να δεχτεί τον «προκλητικό» χαρακτήρα της αγαπημένης του. Η μποέμικη ζωή της Πολυδούρη κινδύνευε να στιγματίσει τον ποιητή στα μάτια του κόσμου. Η απελευθερωμένη κοπέλα, έφτασε σε σημείο να κάνει ακόμα και πρόταση γάμου στον Καρυωτάκη, πράγμα αδιανόητο για τα ήθη της τότε κοινωνίας. Ο ποιητής, αν και όπως φάνηκε από ποιήματά του, που είδαν αργότερα το φως της δημοσιότητας, αγαπούσε την Πολυδούρη, αρνήθηκε τον έρωτά της. Αρχικά χρησιμοποίησε σαν πρόσχημα την καχεκτική του εμφάνιση και όταν δέχτηκε την επίσημη πρόταση από την αγαπημένη του, δεν τόλμησε να την παντρευτεί, γιατί όπως της είπε, έπασχε από σύφιλη. Η Πολυδούρη δεν τον πίστεψε και θεώρησε ότι ήταν μια δικαιολογία για να χωρίσουν, του ζήτησε, μάλιστα, να μείνουν μαζί κι ας μην κάνουν ποτέ παιδιά.
Θυμᾶμαι τώρα …
Οἱ θύμησες πλημμύρες που με πνίγουν,
ἄνεμος, σκοτεινιά.
Τα λόγια ἀνθούς τα μάδησες,μα τώρα αὐτά μοῦ ἀνοίγουν
κακές πληγές βαθιά.
Μαρία Πολυδούρη, Τα λόγια σου, Ανέκδοτα ποιήματα
(….)Χρυσή μου,
γιατί με ρωτάς αν πονώ στη σκέψη ότι μ αγαπάς έτσι; Πονώ επειδή σ αγαπώ περσότερο από όσο εφαντάστηκα ότι μπορούσα ποτέ ν αγαπήσω. Τι έχω κάμει λοιπόν για να μη με πιστεύεις ακόμη;
Πόσο καλό μου κάνουν τα γράμματά σου, όσο κι αν είναι γεμάτα από τη μελαγχολία σου εκείνη! Και πόσο είναι όμορφα γραμμένα! Ένα Τάκη ή ένα πού είσαι; καθώς τα βάζεις εκεί που πρέπει, φτάνουν ως την καρδιά μου(….)
Με χίλια φιλιά
Κ., 1-6-22
Το 1924 γνωρίζει τον Αριστοτέλη Γεωργίου, έναν νέο, όμορφο και πλούσιο δικηγόρο εκ Παρισίων με τον οποίο και αρραβωνιάζεται το 1925. Το έτος αυτό θα φέρει πολλές αλλαγές στην ζωή της. Απολύεται λόγω ασυνέπειας από την εργασία της στη Νομαρχία Αθηνών, εγκαταλείπει την Νομική Σχόλη, στην οποία φοιτά από την εποχή που πρωτοέφτασε στην πρωτεύουσα και γράφεται στην Σχολή Θεάτρου του Εθνικού και μετέπειτα στην Δραματική Σχολή Κουναλάκη. Αργότερα φεύγει για το Παρίσι, όπου συνέχισε την αντισυμβατική ζωή της. Γυρνούσε στο σπίτι τα ξημερώματα και συναναστρέφονταν με αντρικές παρέες. Ένα βράδυ την βρήκαν πεσμένη σε ένα σοκάκι του Παρισιού. Διαγνώστηκε με φυματίωση και λίγο αργότερα μεταφέρθηκε στην Ελλάδα, στο τότε σανατόριο Σωτηρία. Εκεί γνωρίζει και τον Γιάννη Ρίτσο που επίσης νοσηλευόταν.

Τον Ιούλιο του 1928, η Πολυδούρη πληροφορήθηκε ένα τραγικό γεγονός. Ο αγαπημένος της Κώστας Καρυωτάκης είχε αυτοκτονήσει. Ο ποιητής είχε μετατεθεί στην Πρέβεζα, αλλά δεν είχε καταφέρει να βρει τη γαλήνη. Αυτοκτόνησε με πιστόλι σε μια παραλία του Αμβρακικού, αφήνοντας μόνο ένα σημείωμα. Η ήδη άσχημη κατάσταση της υγείας της κλονίστηκε. Ο χρόνος και για εκείνη μέτραγε πια αντίστροφα. Στις 29 Απρίλιου του 1930 και σε ηλικία 28 ετών, έφυγε από τη ζωή με ενέσεις μορφίνης που η ίδια είχε ζητήσει λίγο νωρίτερα από έναν καλό της φίλο να της προμηθεύσει. «Θα πεθάνω μιαν αυγούλα μελαγχολική του Απρίλη» ήταν ο στίχος ενός ποιήματος από τη συλλογή της «Τρίλλιες που σβήνουν».
Οἱ νέοι ποὺ φτάσανε μαζὶ στὸ ἔρμο νησί» μὲ σένα
κάποια βραδιὰ μετρήθηκαν κ᾿ ηὖραν ἐσὺ νὰ λείπης.
Τὰ μάτια τους κοιτάχτηκαν τότε, χωρὶς κανένα
ρώτημα, μόνο ἐκίνησαν τὶς κεφαλὲς τῆς λύπης.
Μαρία Πολυδούρη, Του Καρυωτάκη, Ανέκδοτα ποίηματα
Ο Καρυωτάκης το πρωί της 21 Ιουλίου, γυρνώντας σπίτι του, πίνει ήρεμος το γάλα που του προσφέρει η σπιτονοικοκυρά του, ξαναφεύγει, αγοράζει ένα περίστροφο και πάει σ’ ένα καφενεδάκι, όπου φυτεύει μια σφαίρα στην καρδιά του. Στην τσέπη του βρίσκεται το τελευταίο σημείωμά του :
Είναι καιρός να φανερώσω την τραγωδία μου. Το μεγαλύτερο μου ελάττωμα στάθηκε η αχαλίνωτη περιέργειά μου, η νοσηρή φαντασία και η προσπάθειά μου να πληροφορηθώ για όλες τις συγκινήσεις, χωρίς τις περσότερες, να μπορώ να τις αισθανθώ. Τη χυδαία όμως πράξη που μου αποδίδεται τη μισώ. Εζήτησα μόνο την ιδεατή ατμόσφαιρά της, την έσχατη πικρία. Ούτε είμαι ο κατάλληλος άνθρωπος για το επάγγελμα εκείνο. Ολόκληρο το παρελθόν μου πείθει γι’ αυτό. Κάθε πραγματικότης μου ήταν αποκρουστική.
Είχα τον ίλιγγο του κινδύνου. Και τον κίνδυνο που ήρθε τον δέχομαι με πρόθυμη καρδιά. Πληρώνω για όσους, καθώς εγώ, δεν έβλεπαν κανένα ιδανικό στη ζωή τους, έμειναν πάντα έρμαια των δισταγμών τους, ή εθεώρησαν την ύπαρξη τους παιχνίδι χωρίς ουσία. Τους βλέπω να έρχονται ολοένα περισσότεροι μαζί με τους αιώνες. Σ’ αυτούς απευθύνομαι.
Αφού εδοκίμασα όλες τις χαρές !!! είμαι έτοιμος για έναν ατιμωτικό θάνατο. Λυπούμαι τους δυστυχισμένους γονείς μου, λυπούμαι τα αδέλφια μου. Αλλά φεύγω με το μέτωπο ψηλά. Ήμουν άρρωστος.
Σας παρακαλώ να τηλεγραφήσετε, για να προδιαθέσει την οικογένειά μου, στο θείο μου Δημοσθένη Καρυωτάκη, οδός Μονής Προδρόμου, πάροδος Αριστοτέλους, Αθήνας.
[Υ.Γ.] Και για ν’ αλλάξουμε τόνο. Συμβουλεύω όσους ξέρουν κολύμπι να μην επιχειρήσουνε ποτέ να αυτοκτονήσουν δια θαλάσσης. Όλη νύχτα απόψε επί δέκα ώρες, εδερνόμουν με τα κύματα. Ήπια άφθονο νερό, αλλά κάθε τόσο, χωρίς να καταλάβω πώς, το στόμα μου ανέβαινε στην επιφάνεια. Ορισμένως, κάποτε, όταν μου δοθεί η ευκαιρία, θα γράψω τις εντυπώσεις ενός πνιγμένου.
Κ.Γ.Κ.
![]()
Ανεπίδοτη Επιστολή Μαρίας Πολυδούρη
