Στο δικό μας Λύκος της Στέπας συνέβαινε το εξής⋅ κατά τα αισθήματα του άλλοτε ήταν λύκος κι άλλοτε άνθρωπος, όπως συμβαίνει σε κάθε τέτοιο ον με δυό φύσεις⋅ αλλά, όταν ήταν λύκος, η ανθρώπινη φύση παραμόνευε, παρατηρούσε, έκρινε και καθόριζε τη συμπεριφορά του. Κι όταν πάλι ήταν άνθρωπος, δεν εγκατέλειπε τις ζωώδεις πράξεις. Όσες φορές, λοιπόν, ο Χάρυ ως άνθρωπος είχε μια ωραία σκέψη, ένα λεπτό και ευγενικό αίσθημα ή όταν έκανε μια συνηθισμένη καλή πράξη, τότε ο λύκος του έσφιγγε τα δόντια, γελούσε και του έδειχνε με αιμάτινο σαρκασμό, πόσο γελοίο φαινόταν αυτό το ευγενικό θέατρο σ’ένα θηρίο της στέπας, σ’ένα λύκο που μέσα στην καρδιά του ένιωθε σταθερά ποιά ήταν η σωστή στάση του, έρημος να διασχίζει τις στέπες, μερικές φορές να ρουφάει αίμα κι άλλες να κυνηγάει μια λύκαινα. Έτσι από την πλευρά του λύκου, κάθε ανθρώπινη πράξη παρουσιαζόταν φανερά κωμική, αμήχανη, ανοήτη και ματαιόδοξη. Αλλά το ίδιο συνέβαινε όσες φορές ο Χάρυ αισθανόταν και συμπεριφερόταν ως λύκος, όταν έδειχνε στους άλλους τα δόντια του κι είχε μίσος και εχθρότητα εναντίον όλων των ανθρώπων και των ψεύτικων και συμβατικών τρόπων ηθικής συμπεριφοράς τους. Τότε παραμόνευε ο άνθρωπος μέσα του, παρατηρούσε το λύκο, τον αποκαλούσε ζώο και κτήνος κι έτσι κατέστρεφε κάθε χαρά στην απλή, υγιή και άγρια φύση του λύκου.
