Χαμένα χαμένα τα πιο πολλά
κορμιά κουρασμένα, κορμιά δειλά…

Πνεύμα που πενθεί, 1966. Γιάννης Τσαρουχής

Το έργο

Οι πρώτες προσπάθειες έκδοσης του έργου απέτυχαν με αποτέλεσμα το 1963 ο συγγραφέας να εκδώσει μόνος του το βιβλίο του και με αυτόν τον τρόπο να γίνει γνωστή στο ευρύ κοινό η «ιστορία» που είχε να αφηγηθεί.  Αποτελεί μία αυτοβιογραφική απόπειρα καταγραφής στοιχείων που έκαναν τον Κώστα, τον Ταχτσή που ξέρουμε.

Ολόκληρο το έργο αποτελεί έναν διάλογο (πραγματικό και μη) ανάμεσα σε δύο μεσήλικες γυναίκες που οι καθημερινότητες αλλά και οι ιδιόμορφοι χαρακτήρες τους, τις έφεραν κοντά. Ο χαρακτήρας της Νίνας και της Εκάβης δεν είναι εξωπραγματικοί. Είναι πρόσωπα βγαλμένα από την καθημερινότητα που ο καθένας κάπου έχει συναντήσει. Διάλογοι λαϊκοί και αληθινοί στο διάβασμα τους. Γάμοι, παιδιά, μετανάστευση, χρεοκοπία, εγκλήματα, και κυρίως ο θάνατος και οι διαφορετικές αντιδράσεις των ηρώων σε αυτόν αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος.

Οι πιο επιπόλαιοι αναγνώστες μένουν στην επιφάνεια των κωμικοτραγικών γεγονότων (ο ίδιος ο Ταχτσής αναφέρεται στο Τ.Σ. ως ιλαροτραγωδία) χωρίς να εμβαθύνουν στην πραγματικότητα που παρουσιάζεται μέσα σε αυτά τα κείμενα. Η πραγματικότητα αυτή περιλαμβάνει γάμους συμφέροντος, θανάτους από ναρκωτικά και καταχρήσεις, δολιότητα και εκβιασμούς, πλαστογράφηση στοιχείων, ομοφοβία και στιγματισμό των ομοφυλοφύλων, ψέματα και ίντριγκες, που πολλές φορές γίνονταν μόνο και μόνο για να διατηρηθεί κάποιο ενδιαφέρον στην καθημέρα ζωή. Οι περιπέτειες λοιπόν της Εκάβης ήταν μέρος της προσωπικότητας της, όπως και αντίστροφα η ίδια της η προσωπικότητα επέλεγε να αναμιχθεί σε νέες περιπέτειες. Είναι όλα αυτά το “αλάτι” που κάνει πιο “νόστιμη” τη ζωή ή είναι εσωτερική ανάγκη και αυθυποβολή του εγώ να φανεί ως ανώτερο μέσα από συνεχείς “τυχαίες” αναποδιές. Η απάντηση βρίσκεται στην σκιαγράφηση των προσωπικοτήτων του έργου αλλά και προσώπων που αποτελούν το πυρήνα του χαρακτήρα του Έλληνα.

Μαθαίνοντας λίγα πράγματα για την ζωή του συγγραφέα μπορεί εύκολα να γίνει ο όποιος παραλληλισμός  με την δική του ανατροφή. Γεγονότα που σημάδεψαν την παιδική αλλά και την μετέπειτα ηλικία του, υπό το πέπλο της λογοτεχνικής μάσκας αποτελούν αυτό τα διήγημα. Η αλλαγή ονομάτων και προσώπων, η απόδοση διάφορων χαρακτηριστικών σε συγκεκριμένους χαρακτήρες  και η κινηματογραφική εξιστόρηση των πεπραγμένων αποτελούν την καλλιτεχνική επιμέλεια από την μεριά του. Το έργο αποτελεί ένα λαογραφικό κείμενο που διασχίζει σημαντικά ιστορικά γεγονότα της Ελλάδας. Μέσα από τις περιπέτειες των βασικών ηρώων που δίνουν το κοινωνικό status της εποχής, προσπερνάμε Βαλκανικούς πολέμους, Μικρασιατική Καταστροφή,  Δικτατορία Μεταξά και Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, Εμφύλιο και Μετεμφυλιακή περίοδο. Η θέση της γυναίκας αποτυπωμένη από έναν άντρα συγγραφέα εμφανίζεται καίρια στην ελληνική κοινωνία, βασική και μη διαπραγματεύσιμη για την εξέλιξη της εξιστόρησης.  Η καλλιτεχνική απόδοση και η δημιουργία ενός λογοτεχνικού έργου φέρνει τον Ταχτσή στη θέση του συγγραφέα που μπορεί να αποτυπώνει φρικαλέα γεγονότα , ως  αναπόσπαστα δυστυχώς κομμάτια της απλής ελληνικής καθημερινότητας.

 

“Η ζωή της ήταν πάντα ένας διαρκής ανεμοστρόβιλος, Μα η κυρα-Εκάβη δεν είχε πάντα τις ίδιες ιδέες περί ευτυχίας που έχουν οι περισσότεροι άνθρωποι. Μπορεί να ‘ρχόντουσαν στιγμές που ποθούσε κι αυτή λίγη γαλήνη, μα κατά βάθος, ευτυχία για κείνη ήταν αυτός ακριβώς ο στρόβιλος.”

 


Η θεατρική απόδοση

Η πρώτη απόπειρα διασκευής τους έργου για το θέατρο γίνεται το 1979, με θεατρική αφήγηση των δύο ηρωίδων από τη Ρένα Βλαχοπούλου και τη Σμαρώ Στεφάνου έπειτα από αναδόχη του ραδιοφώνου Τρίτο Πρόγραμμα.

Το 1995 σειρά έχει μία τηλεοπτική απόπειρα του ΑΝΤ1 με πρωταγωνίστριες τη Νένα Μεντή και την Λήδα Πρωτοψάλτη.

Οι θεατρικές απόπειρες ξαναρχίζουν το 2009 μετά από διασκευή του έργου από τον Σταμάτη Φασουλή και τον Θανάση Νιάρχο για λογαριασμό του Εθνικού Θεάτρου, με πρωταγωνίστριες τη Νένα Μεντή και την Φιλαρέτη Κομνηνού.

Το 2017 το ΚΘΒΕ ανεβάζει με την σειρά του την διασκευή των Σταμάτη Φασουλή και Θανάση Νιάρχου σε σκηνοθεσία Θανάση Παπαγεωργίου, για  σχεδόν επτά μήνες, με ένα συνεχώς γεμάτο θέατρο. Στο ρόλο της Εκάβης η Ελισάβετ Κωνσταντινίδη και στο ρόλο της Νίνας οι Σκαρλάτου Θάλεια, Χατζηϊωαννίδου Μαρία και Πουρέγκα Μαριάννα.Το έργο μας μεταφέρει στην ατμόσφαιρα της εποχής μέσα από την μουσική, τα κουστούμια και τα υπέροχα κυλιόμενα σκηνικά. Ενώ ο ίδιος ο Ταχτσής βουβός αλλά πάντα παρόν στην εξιστόρηση της ζωής του, με ένα κόκκινο σακάκι, μας αποκαλύπτεται στο τέλος σαν ενήλικος Άκης.

Image result for τρίτο στεφάνι κθβε


Το τραγούδι https://www.youtube.com/watch?v=imrErSEFhXk

Το τραγούδι με τίτλο “Τρίτο στεφάνι” δημιουργήθηκε ως τραγούδι τίτλων της τηλεοπτικής σειράς με τον ομώνυμο τίτλο.
Στίχοι: Λίνα Νικολακοπούλου

Μουσική: Σταμάτης Κραουνάκης

1η εκτέλεση: Άλκηστις Πρωτοψάλτη

Τρίτο στεφάνι
καρδιά μου τι να σε κεράσω
που δε με πιάνει
λιγάκι ο ύπνος, να ξεχάσω

Σαν παραμύθι
γιαγιά Εκάβη,μάνα Νίνα
φωτιά στα στήθη
κόκκινη μοίρα
σερπαντίνα.

Χαμένα χαμένα
τα πιο πολλά
κορμιά κουρασμένα
κορμιά δειλά
που πήγαν, που φύγαν
τόσοι γνωστοί
στης νύχτας το χορό έχουν πιαστεί.

Το πρώτο στεφάνι
βαθιά πληγή
το δεύτερο φτάνει
σε άλλη γη
το τρίτο στεφάνι
μια συντροφιά
που ζήσαμε αυτή είν’ η ομορφιά.

Τρίτο στεφάνι
Λευκέ μου Πύργε, Παρθενώνα
ίδιο φουστάνι
και καλοκαίρι και χειμώνα.

Της μοίρας νύφη
μ’ ένα τανγκό καρδιά κομμάτια
πριν γίνω λήθη
φίλα με, κοίτα με στα μάτια.


Ταχτσής – ο χείμαρρος

Πολλοί, ίσως οι περισσότεροι γνωρίζουν τον Ταχτσή από την σκανδαλώδη, γεμάτη αμετροέπεια, ζωή του. Η συμβατικότητα ήταν κάτι που δεν του ταίριαζε. Σύμφωνα και με δικές του εκμυστηρεύσεις στο αυτοβιογραφικές του σημειώσεις στο “Το φοβερό βήμα” ήταν σχεδόν αδύνατο να βρει ένα γυναικείο πρότυπο να συνδεθεί ερωτικά και συναισθηματικά που να μπορεί να συναγωνιστεί τα γυναικεία πρότυπα της μητέρας και της γιαγιάς του. Έχοντας ζήσει τόσο στενά κοντά τους ήταν ακατόρθωτο να μην κάνει την οποιαδήποτε συσχέτιση με αυτά τα πρόσωπα. Ίσως ακόμα και αυτές οι γυναικείες παρουσίες να συνέβαλαν στην δική του ανάγκη προβολής στα μάτια τρίτων ως γυναίκα. Ίσως με αυτό το προσωπείο να ήταν πιο εύκολο να διοχετευθεί η τόσο έντονα θηλυκά φορτισμένη ανατροφή του. Χωρίς να έχει τον οποιοδήποτε δισταγμό στο να αποκαλύψει τις προτιμήσεις του σε γνωστούς και συναδέλφους, ουδέποτε χρησιμοποίησε την συγγραφική του φήμη κατά την αναζήτηση συντρόφων. Παίρνοντας το πρόσωπο μιας γυναίκας έχτιζε μία άλλη προσωπικότητα, τελείως ξεκομμένη από αυτήν που είχε στην διάρκεια της μέρας, και μάθαινε ακόμα και με αυτόν το μέσο, τον τρόπο που συμπεριφέρονται οι άνθρωποι ανά τις συνθήκες. Τον φαντάζομαι να γελάει ειρωνικά με τον καθωσπρεπισμό των ανθρώπων, και τον πουριτανισμό τους όταν ο ίδιος ήξερε τις πιο ενδόμυχες σκέψεις και ορέξεις του. Αυτή η δυνατότητα του ήταν που τον έσπρωξε πιο κοντά στην αληθινή ζωή παρά στην συγγραφική διάσταση. “Ζήσε και μετά γράψε”  έλεγε. Η ψυχοσύνθεση του ήταν τόσο δαιδαλώδης που είναι δύσκολο να αποτυπωθεί γραπτώς η εντύπωση αυτή που μου άφησε η ανάγνωση κειμένων για τον ίδιο, τόσο δικών του όσο και άλλων.

Αυτό που εμένα μου μένει από όλα αυτά είναι ότι κάθε είδωλο έχει την θνητή, όμορφη και ταυτόχρονα άσχημη, γήινη υπόστασή του.  Όλοι οι ήρωες αποκαθηλώνονται από το βάθρο τους και παίρνουν μία θέση ανάμεσα στον υλικό κόσμο. Παύουν να είναι αξιομνημόνευτοι; Όχι. Δεν τους αξίζει μία θέση στη λήθη επειδή παραδόθηκαν στην ανθρώπινη υπόστασή τους, το αντίθετο.  Έδειξαν και δείχνουν ακόμα ότι η ομορφιά του κόσμου είναι οι ατέλειες και όχι η τελειότητα.

Φτερωτό πνεύμα κουμπώνει το εσώρουχο του, 1966. Γιάννης Τσαρούχης

Ποιός ξέρει, ίσως κάποτε οι άνθρωποι καταφέρουν να ζήσουν ευτυχισμένοι, χωρίς να βασανίζουν το σώμα τους για να εξαγνίζονται. Κ. Τ.