… Να ήμασταν λέει σε μια λίμνη στο Riedstadt, να ακουμπούσαμε στον κορμό ενός δέντρου με μια μπουκάλα αψέντι δίπλα μας, να παρατηρούσαμε τον στρατιώτη Wozzeck και τον συνταγματάρχη Λιάπκιν σκυμμένους πάνω από τα σκοτεινά νερά να κοιτάζουν με ενδιαφέρον, δείχνοντας ο ένας στον άλλον, και να λέει ο ένας “τη δικιά σου; εκεί;” και να απαντά ο άλλος “ναι, εκεί, εσύ;”, και να δείχνουν όλο και πιο έντονα ο ένας στον άλλον, τινάζοντας από τα ρούχα τους σκόνη, χώμα και σπαράγματα αγάπης, και να κοιτούσαμε μετά στο νερό και να βλέπαμε δύο γυναικεία κορμιά με αποστεωμένα πρόσωπα να φιλιούνται και να χορεύουν στα κύματα ανεμίζοντας τα μαλλιά τους, τα μεν ξανθά τα δε μελαχρινά, και μετά να κοιτούσαμε πάνω και να βλέπαμε πάνω από τα σύννεφα και πάνω από τα αστέρια δύο κυρίους να κάθονται σοβαροί κι αμίλητοι μέσα στα ριγέ κοστούμια τους, πλην όμως αφήνοντας να αιωρείται μια ευγενική συντροφικότητα, μια εγκαρτέρηση, τον κύριο Buchner και τον κύριο Καραγάτση, να κρατάνε τα νήματα στα χέρια τους και να τα κινούν συγκεντρωμένα και χορευτικά, σαν να παίζουν με μαριονέτες, και να κοιτούσαμε πάλι κάτω και να βλέπαμε πεντακάθαρα πια τα νήματα στα χέρια που δείχνουν, τα χέρια των καταραμένων, και μέσα στο νερό τα γυναικεία κεφάλια να φιλιούνται, κάπως γνωρίζοντας πως πρόκειται για ένα φιλί αδιάλειπτο κι αιώνιο, στεφανωμένο πάντα από ένα πλέον νέφος από ξανθά και μαύρα μαλλιά.