… Να ήμασταν λέει στη Νέα Υόρκη, στο Μεγάλο Μήλο, σε μια γκαλερί ολόλευκη και συνεπώς εκτυφλωτική, με έργα εξόχως δυσνόητα στους τοίχους, με υπέρτατες κομψές φιγούρες να κινούνται με τη χάρη ελαφιού στο χώρο και να συνομιλούν με κόκκινες βελούδινες φωνές, και να βγαίναμε στο μπαλκόνι, αναπνέοντας τη βουή, και να τη βλέπαμε ξαφνικά δίπλα μας, την Αρτίστα, ας την πούμε κυρία Α., να κοιτάζει μακριά με ένα ελαφρύ μειδίαμα, και να την αναγνωρίζαμε και να την πλησιάζαμε, και με τρεμάμενη φωνή να της λέγαμε κυρία Α., σας έχουμε τόση μα τόση εκτίμηση, είναι εκπληκτικό το πόσο αδίστακτα καταθέτετε όλη την ψυχή σας στα πόδια μας, κι αυτή να μας χαμογελούσε και να μας έλεγε ευχαριστώ χρυσό μου, και παίρνοντας θάρρος από την αμεσότητα του βλέμματός της να της αναλύαμε ενθουσιωδώς το πόσο μας αρέσει η τέχνη της, πώς μας ηρεμεί, πώς μας ξυπνά, πώς μας μαστιγώνει και πώς μας πονά, κι αυτή να χαμογελούσε, πάντα ήρεμα και λίγο αινιγματικά, και να μας έλεγε συνέχεια ευχαριστώ χρυσό μου, και να συνεχίζαμε το ντελίριό μας για τη ζωή του καλλιτέχνη και τη φύση του, και υψώνοντας λίγο τη φωνή, κινούμενοι λίγο υστερικά στις πιο ψηλές της συχνότητες, να τη ρωτούσαμε με πάθος “και οι αποτυχίες κυρία Α.; και οι απορρίψεις; και τα λάθη;”, και να χαμογελούσε λίγο πιο πολύ, να έβγαζε από τη μικρή κομψή της τσάντα ένα καφέ λεπτότατο τσιγάρο, να το άναβε, να τραβούσε μια ρουφηξιά, να έστρεφε πάλι το βλέμμα της πέρα μακριά, και να μας έλεγε “στον πούτσο σου χρυσό μου, άστα να συμβούν”.