… Να ήμασταν λέει στα νησιά Φίτζι, σε κάποια παραλία, να νιώθαμε τη γαλάζια δροσιά του νερού και μετά την άμμο να φεύγει κάτω από τα πόδια μας, σαν να χάνουμε λίγο τη γη και την επαφή, και να μας έλουζε ζεστά ο ήλιος, να φώτιζε κάθε πόρο του δέρματός μας γενναιόδωρα και λαμπερά, και να γυρνούσαμε το κεφάλι και να τον βλέπαμε από μακριά, να βηματίζει με ξυπόλητα πόδια , φορώντας ακόμα το παντελόνι του και το καπέλο του καπετάνιου, ξέροντας κάπως ότι πέρασε πολλά πολλά χρόνια ψάχνοντας δεξιά κι αριστερά πού είναι οι κάμερες και τι είναι αληθινό και τι είναι σενάριο, και περιμένοντας κάθε ώρα και στιγμή να σκουντουφλήσει σε ένα αόρατο τζάμι γυάλας, σαν χρυσόψαρο καταδικασμένο να θυμάται, και να ξέραμε ότι κουράστηκε πάρα πολύ να καταφέρει να κρατά το βλέμμα του ευθεία μπροστά καθώς μας πλησιάζει, και να έφτανε δίπλα μας τελικά και να μας έλεγε απλά, παιδικά, με ένα άπειρα ευγενικό χαμόγελο “να, έφτασα”…