
… Να ήμασταν λέει στην Ανδρομέδα, σε ένα μεγάλο παχουλό μεσοαστρικό σύννεφο, με χίλια χρώματα να περνάνε μπροστά μας, και να τη βλέπαμε να κάθεται ήσυχα ήσυχα σε ένα ροδαλό συννεφένιο πεζούλι, ένα ζευγάρι γλυκά καστανά μάτια, να διαβάζει ήρεμα ήρεμα για την ιστορία της Ανδρομέδας και το πώς την έδεσαν σε έναν βράχο για να πληρώσει τα βάσανα του κόσμου και πώς την έσωσε ο Περσέας και πώς πριν να επιστρέψει στην προαιώνια Μήτρα χάρισε στον άντρα της έξι γιους, να την βλέπαμε να τα διαβάζει αυτά και να κουνά το λευκό κεφάλι γεμάτη κατανόηση, και ξαφνικά να σήκωνε το κεφάλι και να έβλεπε τη Φίλη της, ένα ζευγάρι γλυκά πράσινα μάτια, να τρέχει καταπάνω της, και να αγκαλιάζονταν για ώρα πολλή, γιατί είχαν χρόνια να βρεθούν, και μετά να κάθονταν στο συννεφένιο πεζούλι με τα χέρια σφιχτά ενωμένα, και να έλεγαν, να έλεγαν, για τα παλιά, να θυμούνταν το “τούπακ” του Σωτήρη και το καπλάνι και τον παππού που έκλεβε το ψωμί στην κατοχή και τη χελώνα και την Τασκένδη, να μιλούσαν για το παρελθόν και το μέλλον, για το πώς οι άνθρωποι δεν πενθούν στα αλήθεια την απώλειά των μεγάλων, αλλά την απώλεια της δικής τους αθωότητας, και να έβγαζαν μετά λίγο άγιο τσιπουράκι κι ένα πιάτο με λακέρδα, και πάνω στην ώρα να ερχόταν τρέχοντας ένα αγόρι, ένα ζευγάρι γλυκά γαλάζια μάτια, να έκλεβε τη λακέρδα και πριν να εξαφανιστεί να γυρνούσε προς το μέρος τους, να τους έκλεινε το μάτι, να τους φώναζε “φσσσσσς, μπόινγκ” και να γινόταν καπνός, κι αυτές να γελούσαν τρανταχτά, και μετά αφού ηρεμούσαν να κοιτάζονταν, και να έλεγε η κυρία με τα γλυκά καστανά μάτια στην κυρία με τα γλυκά πράσινα μάτια “έλα καλή μου, έλα Κούλι, έχουμε μια αιωνιότητα να τα πούμε”.
https://www.youtube.com/watch?v=5QMq5Hkr6BI
