… Να ήμασταν λέει στην Αμάσεια, σε ένα μικρό καφέ στα χρώματα της γης δίπλα στο ποτάμι, να πίναμε καυτό τσάι, να τον βλέπαμε να μπαίνει, τον Αλή, τον φορτωμένο χρόνια, αιώνες και όχι, με τα παπούτσια γεμάτα ιστορίες από το Καζ Νταγ, να κοντοστέκεται λίγο κι ύστερα να πιάνει έναν έναν τους θαμώνες και να τους ρωτά κάτι μουρμουριστά, κάθε φορά και πιο βαρύς, κάθε φορά και πιο ήρεμος, κάθε φορά και πιο παραιτημένος, και να ερχόταν δίπλα μας και να ζητούσε κι αυτός ένα καυτό τσάι και να το άφηνε μπροστά του να κρυώνει, και μετά να στρεφόταν προς εμάς και να μας ρωτούσε “μήπως είδες ένα καμήλι με άσπρο κεφάλι;”, κι εμείς να τον κοιτούσαμε με απορία, κι αυτός να μας λέει “θα το καταλάβαινες αν το έβλεπες, δεν υπάρχει άλλο τέτοιο καμήλι”, κι εμείς να μην ξέραμε τι να πούμε, γιατί πίσω από τις συνηθισμένες καθημερινές λέξεις θα ακούγαμε τη δαγκάνα που τρώει ήσυχα ήσυχα την καρδιά του, λίγο έκπληκτοι από την καθαρότητα του ήχου, κι αυτός να γυρνούσε μπροστά και να μονολογούσε “όχι, δεν το είδες κι εσύ, δεν το είδες, το μικρό μου που το πρόδωσα, δεν το είδες”, και η δαγκάνα να θριάμβευε με τη γνώση πως δεν ήταν ο θάνατος αυτός καθαυτός, δεν ήταν η εγκατάλειψη αυτή καθαυτή, αλλά να, ήταν το τελεσίδικο της υποθέσεως να πούμε, ότι άλλο καμήλι με άσπρο κεφάλι δε θα ξαναβγεί πια, ποτέ πια, και να τον παρατηρούσαμε να κάθεται μισοχαμογελαστός, μισότρελος, θρηνώντας τα ποτέ του πάνω από ένα ποτήρι κρύο τσάι, με τις λεπτές φυσαλίδες του αφρού να σχηματίζουν – ω! θαύμα του προφανούς – το λευκό φωτοστέφανο ενός μικρού καμηλίσιου κεφαλιού.