… Να ήμασταν λέει στη Μυτιλήνη, σε ένα μικρό κουτουκάκι, να καθόμασταν σε ένα τραπεζάκι πίνοντας κρασί μπρούσκο, και να άνοιγε η πόρτα και να έμπαινε ο Πολιτευτής, με ένα αστραφτερό κουστούμι και γραβάτα σένια, να κοίταζε δεξιά κι αριστερά περιμένοντας τον πρώτο που θα τον αναγνωρίσει,  και να μοίραζε μετά αυτάρεσκα χαμόγελα στους παρατρεχάμενους, να δεχόταν δήθεν ταπεινά ένα ποτήρι κρασί μπρούσκο, πανομοιότυπο με το δικό μας, και μετά από μερικά τσουγκρίσματα και μερικές ατάκες σοφά μοιρασμένες – “μα ελάτε παιδιά, κι εγώ κρασάκι θα πιω, ένας από σας είμαι”, να άφηνε το ποτήρι του πάνω στο τραπέζι μας, χωρίς να πιει, χωρίς να κάνει καμία κίνηση να πληρώσει, κι ύστερα να έμπαινε ένας μαυριδερός άντρας, απλά ντυμένος, με λασπωμένα παπούτσια, κι ο Πολιτευτής να τον κοίταζε με μίσος και να του έλεγε “τι κάνεις εδώ; πρέπει να είσαι έγκλειστος. Έγκλειστος, τ’ ακούς;”, και μετά ο άντρας να έβγαζε από την τσέπη του ένα χαρτονόμισμα και να το ανέμιζε πέρα δώθε, κι ο Πολιτευτής αμέσως να γινόταν καφετής, να γέμιζε το σώμα του με σάλια, και να μίκραινε, να μίκραινε, ώσπου να γίνει ένας μεγάλος άσχημος Γυμνοσάλιαγκας, και να πήγαινε να έγλειφε με πάθος τα λασπωμένα παπούτσια του άντρα και να φώναζε “ω αφέντη μου! αφέντη μου!”, με το στόμα γεμάτο λάσπες, κι οι παρατρεχάμενοι να γελούσαν, κι εμείς να κοιτούσαμε μια τον άντρα μια τα παπούτσια του μια τους παρατρεχάμενους με τα στόματα να χάσκουν, και στρέφοντας το βλέμμα στο τραπέζι μας να βλέπαμε τα δύο ποτήρια, και να μην ξέραμε ποιο είναι ποιο, και να σκεφτόμασταν μόνο θεέ μου θεέ μου θεέ μου μην μπερδέψουμε τα ποτήρια, κάνε σε παρακαλώ να μην μπερδέψουμε τα ποτήρια.