
Το Χρονικό
Τη νύχτα που είχε κανονιστεί, δεν ήρθαν όλοι.
Ωστόσο κάμποσοι μαζευτήκαμε. Εγώ, ο Ισκαριώτης
και άλλα πρόσωπα σκοτεινά.
Δεν άργησε να γεμίσει η άσφαλτος αέρια και φωτιές
σειρήνες και δέσμες παγωμένο φως
αδέσποτες σφαίρες και φωνές.
Ξαφνικά, τα πάντα γύρω, αλλεπάλληλες σημάνσεις κινδύνου.
Σε μιαν απόμερη γωνιά, η ανάγκη που θα προέκυπτε
φιμωμένη απ’ το απρόβλεπτο
-κι απ’ τα μεγάφωνα
Επίμονα στον πανικό, κατεπειγόντως να ζητάν
φιάλες αίμα.
Παράξενο! Την στιγμή που τόσο αλόγιστα
το ξοδεύαμε.
Αλλεπάλληλες σημάνσεις κινδύνου.
Κανείς δε βρέθηκε να συνετήσει.
Εκείνα τ’ αγριόσκυλα, αφού βρήκαν μεγάλο
Το πέρασμα μέσ’ από τον γκρεμισμένο τον καιρό
Ξαμολυθήκανε στους δρόμους
Ορμήσαν, κατασπάραξαν κι έφυγαν
Τα πέλματά τους ν’ αφήσουν ίχνη απ’ το αίμα μας
Μες τους κατοπινούς αιώνες.
Έτσι, όταν όλα καταλάγιασαν, ξαναβρεθήκαμε σκυφτοί.
Αποφεύγοντας να κοιταχτούμε στα μάτια
Σαν να είμαστε εμείς που είχαμε σκοτώσει.
Σαν να μην είχαμε τίποτα να πούμε πλέον.
Κι όμως, κάτι ήταν που βουίζε επίμονα εντός μας
Όπως η μύγα στ’ άδειο το μπουκάλι.
Το ίδιο σκυφτοί, τραβήξαμε για το σπίτι.
Μη βρίσκοντας τίποτ’ άλλο στο ράφι, βουβοί
Πιάσαμε να διαβάζουμε ποιητές της χαμένης γενιάς.
Και είναι από κείνη τη νύχτα
Που γυρνώ μ’ ένα παπούτσι ξένο
και μ’ ένα κουμπί απ’ το σακάκι κάποιου,
να το στριφογυρνάω στη φούχτα μου.
Και είναι για όλα ετούτα που, αν με ρωτήσεις τώρα
Η Πατησίων που βγάζει,
δεν θα ‘χω να σου δώσω μιάν απάντηση.
Κώστας Κουκούλης, Μεσιτεία της Νύχτας, Αθήνα 1986
