Σοφία Λασκαρίδου, Πορτραίτο της φίλης της Θάλειας Φλωρά

 

Ήταν η πρώτη γυναίκα που έγινε δεκτή με βασιλικό διάταγμα στο Σχολείο Καλών Τεχνών της Αθήνας. Λένε ότι έβγαινε από το ατελιέ της για να ζωγραφίσει στην ύπαιθρο, έχοντας πάντα μαζί της ένα ρεβόλβερ που της είχε δώσει ο πατέρας της για προστασία. Εκείνη την εποχή οι γυναίκες δεν επιτρεπόταν να κυκλοφορούν ασυνόδευτες.

 

 

Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1876. Ήταν κόρη του Λάσκαρη Λασκαρίδη και της Αικατερίνης Χρηστομάνου, μεγάλωσε μαζί με τις δυο ακόμα αδερφές της Ειρήνη και Μελπομένη σε οικογενειακό περιβάλλον που ενθάρρυνε τις καλλιτεχνικές της κλίσεις. Η μητέρα της, μια πρωτοπόρος παιδαγωγός, ίδρυσε το πρότυπο Ελληνικό Παρθεναγωγείο το 1897, τη Γυμναστική Σχολή Θηλέων και άλλα ιδρύματα.

Μετά από ιδιωτικά μαθήματα ζωγραφικής στην Αθήνα, φοίτησε στο Παρίσι, στην Académie Julian, με δασκάλους τους B. Constant και J. P. Laurens. Επιστρέφοντας στην Αθήνα, εισήχθη στο Σχολείο των Καλών Τεχνών της Αθήνας (την σημερινή Α.Σ.Κ.Τ.), μετά από δική της δυναμική παρέμβαση προς τον βασιλιά Γεώργιο τον Α΄, υπέρ της εισδοχής γυναικών στη σχολή και διακρίθηκε για τον αγώνα της υπέρ των δικαιωμάτων των γυναικών. Εκεί υπήρξε μαθήτρια, μεταξύ άλλων, των Νικηφόρου Λύτρα και Γεωργίου Ιακωβίδη.

 

Το έργο της Λασκαρίδου, αρκετά εκτεταμένο, ποσοτικά και θεματολογικά, είναι τοπιογραφικό στο μεγαλύτερο μέρος του, ενώ περιλαμβάνει και συνθέσεις με σκηνές της καθημερινής ζωής, όπου κυριαρχούν οι γυναικείες μορφές, προσωπογραφίες και νεκρές φύσεις.

Ο Γρηγόριος Ξενόπουλος στα “Απομνημονεύματά του” έλεγε ότι όταν έγραφε τη «Στέλλα Βιολάντη» είχε στο νου του το μελαχρινό κεφάλι της Σοφίας Λασκαρίδου.

 

 

 

«Ερχόταν αντίθετα από εμένα», διηγείται η Σοφία Λασκαρίδου. «Λίγα βήματα μας χώριζαν. Στάθηκε. Στάθηκα κι εγώ. Τα μάτια μας συναντήθηκαν. Έβγαλε το καπέλο του και τα χρυσά του μαλλιά έλαμψαν στο φως του ήλιου. Είδα τον ουρανό στα μάτια του». Ψιθύρισε: «Η ομορφιά σας με θάμπωσε». «Και εμένα η δική σας» του απάντησα. «Έσκυψε βιαστικά το κεφάλι, χαιρέτησε και με προσπέρασε». 

 

Ο Περικλής Γιαννόπουλος ήταν λογοτέχνης, δοκιμιογράφος και μεταφραστής. Καταγόταν από την αρχοντική κρητική, βυζαντινής καταγωγής, οικογένεια Χαιρέτη, της οποίας μέλη είχαν εγκατασταθεί στην Πάτρα.

 Οι «περικλογιαννοπούλειες» ιδέες, όπως αποκαλούνταν, προκάλεσαν αντιδράσεις στην Αθήνα της εποχής. Από άλλους θεωρήθηκε απλώς ρομαντικός και «ωραίος τρελός», από άλλους υβριστής, άλλοι όμως αναγνώρισαν την πρωτοτυπία του και εμπνεύστηκαν από αυτόν. Με εντελώς προσωπικό ύφος και γλώσσα, εξέφραζε με πάθος τις ελληνοκεντρικές του ιδέες και κατήγγειλε τα κατ’ αυτόν αίτια της ελληνικής κακοδαιμονίας – προπαντός την ξενομανία, τον “φραγκοραγιαδισμό”. Το 1906 εξέδωσε ως αυτόνομο βιβλίο το «Νέον Πνεύμα», και το 1907 την εκτενέστερη «Έκκλησι προς το Πανελλήνιον Κοινόν» – τα ιδεολογικά του μανιφέστα

Ο Ίων Δραγούμης ήταν αδελφικός του φίλος, και αγωνίστηκε μετά τον θάνατο του Γιαννόπουλου να κάνει το όραμα του φίλου του πολιτική πράξη. Ο Άγγελος Σικελιανός θα υμνήσει και αυτός τον Γιαννόπουλο και δεν θα μείνει ανεπηρέαστος από αυτόν.

 

Σοφία Λασκαρίδου, Ελαιογραφία, 1902

 

Στις 8 Απριλίου 1910, ο Περικλής Γιαννόπουλος, όπως είχε προσχεδιάσει με κάθε λεπτομέρεια πολύ καιρό πριν, στεφανωμένος, καβάλησε το άσπρο άλογό του και μπήκε μαζί του στη θάλασσα του Σκαραμαγκά, όπου αυτοπυροβολήθηκε στο κεφάλι.

«…διεπιστώθη ότι το πτώμα είχον ήδη περιποιηθεί χείρες αβραί, οι οποίαι είχαν αποθέσει επί της κεφαλής του στέφανον ανθέων εξαιρετικών και είχαν χύσει επ’ αυτού μύρα. Ο αστυνόμος εξήγησεν ότι με το πρωινόν τραίνον, κατήλθαν εξ Αθηνών δύο κυρίαι του εξωτερικού, οι οποίαι μετέβησαν εις την εκκλησίαν και απέθεσαν επί του πτώματος πλήθος ανθέων τα οποία έφεραν εξ Αθηνών και το εμύρωσαν. Ακολούθως, έφυγον χωρίς να καταστήσουν γνωστά τα ονόματά των» (Εφημερίδα «Πατρίς» 22/4/1910) 

Πιθανολογείται ότι ίσως ήταν η Σοφία Λασκαρίδου η μία από αυτές τις δεσποινίδες.

 

«Σοφία μου. Σου στέλνω ένα ύστατο χαίρε από την Αττική γη, που αφήνω για πάντα. Με άπειρα γλυκύτατα φιλιά. Χαίρε, Σοφία μου», της γράφει μια μέρα πριν αυτοκτονήσει. Εκείνη βρισκόταν στο Μόναχο για να συνεχίσει τις σπουδές της.

 

Πηγή: www.lifo.gr

 

Η αγάπη της για την τέχνη την οδήγησε στο Μόναχο, για μια τριετή υποτροφία και αφού επέστρεψε για λίγο στην Ελλάδα, ξαναέφυγε για το Παρίσι για την Academie de la Grande Chaumiere. Έκανε πολλές εκθέσεις στα Salon του Παρισιού.

Μετά το 1915, θα εγκατασταθεί μόνιμα στην Αθήνα. Στα υπόλοιπα χρόνια της ζωής της πραγματοποίησε άπειρες ατομικές εκθέσεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.

 

FLORA KARAVIA LASKARIDOU stoart

 

Η Λασκαρίδου γράφει ότι έφτασε τρεις φορές κοντά στο θάνατο κατά τη διάρκεια της ζωής της (“…το γραφτό μου ήταν να ζήσω, για μια ακόμη φορά δεν θέλησε να με πάρει ο Χάροντας”). Η πρώτη ήταν η απόπειρα αυτοκτονίας που έκανε, λίγες μέρες μετά την είδηση του θανάτου του Περικλή Γιαννόπουλου. Η δεύτερη ήταν κάποια χρόνια μετά, όταν γλίτωσε από βέβαιο πνιγμό, ζωγραφίζοντας την παλίρροια της θάλασσας της Βρετάνης. Κι η τρίτη, ήταν σε μεγάλη πια ηλικία, στο σπίτι της στη Καλλιθέα, όταν η υπηρέτριά της αποπειράθηκε να τη δηλητηριάσει, ρίχνοντας Τρινάλ (απορρυπαντικό) στο πρόγευμά της.

Πεθαίνει στις 13  Νοεμβρίου 1965. Πολλά έργα της βρίσκονται σε ιδιωτικές συλλογές και κάποια από αυτά στην Εθνική Πινακοθήκη.

 

 

Το σπίτι όπου μεγάλωσε στην Καλλιθέα, το οποίο έχτισαν οι γονείς της με βάση τα σχέδια του γνωστού αρχιτέκτονα Έρνεστ Τσίλερ, στεγάζει σήμερα τη Δημοτική Πινακοθήκη Καλλιθέας. Εκεί μπορεί κανείς να δει φωτογραφίες της, έργα της και προσωπικά της αντικείμενα.

 

 

“…Ίσως έτσι έπρεπε να γίνουν όλα, ψιθύρισε ύστερα αφήνοντας το κεφάλι της να γείρει πίσω. Η μοίρα καμιά φορά, είναι σοφότερη απ’ ότι νομίζουμε. Τον θυμάμαι πάντα όμορφο. Δεν πρόλαβε να γεράσει. Άραγε να με θυμάται κι εκείνος όπως ήμουν τότε; ”  Κανείς δεν μίλησε, αλλά μάντεψα δυο μεγάλα γαλανά μάτια να χαμογελούν τρυφερά μέσα στο σκοτάδι…   Φρέντυ Γερμανός, 1961 (Συνέντευξη από τη Σοφία Λασκαρίδου)