
Απόσπασμα από “Τα σταφύλια της οργής” του John Stainbeck
Ο περιπλανώμενος ανήσυχος λαός ήταν τώρα ένας λαός νομαδικός. Οι οικογένειες αυτές που είχαν ζήσει πάνω σ’ενα μικρό κομμάτι γης, που ζούσαν και πέθαιναν πάνω σε σαράντα στρέμματα, που έτρωγαν ή λιμοκτονούσαν με ό,τι έβγαζαν τα σαράντα στρέμματα, είχαν τώρα μπροστά τους ολάκερη την Δυτική χώρα για να περιπλανιούνται. Τριγύριζαν παντού, ψάχνοντας δουλειά και οι δημοσιές έγιναν ανθρώπινα ποτάμια κι οι ακροχαντακιές ανθρώπινες κατασκηνώσεις. Έρχονται κι άλλοι ολοένα. Πάνω στις δημοσιές, μια ροή από ανθρώπους. Στα μεσόγεια και στα νοτιοδυτικά ζούσε ένας απλοϊκός αγροτικός πληθυσμός που δεν είχε αλλάξει με το βιομηχανισμό, που δεν καλλιεργούσε τη γης με μηχανές, και ούτε γνώριζε τη δύναμη και τον κίνδυνο της μηχανής που βρίσκεται σε χέρια ιδιωτικά. Δεν είχαν ανατραφεί με τις παραδοξολογίες του βιομηχανισμού. Το αισθητήριο τους ήταν ακόμη αρκετά οξύ για ν’αντiληφθου πόσο είναι γελοία η βιομηχανοποίηση της ζωής.
Και ξάφνου, ήρθαν οι μηχανές και τους έδιωξαν και τους ανάγκασαν να μαζευτούν πάνω στις δημοσιές.
Η περιπλάνηση τούς έκανε ν’ αλλάξουν’ οι δημοσιές, η κατασκήνωση πλάι στο δρόμο, ο φόβος της πείνας, η ίδια η πείνα, τους έκαναν ν΄αλλάξουν. Τα νηστικά παιδιά τους έκαναν ν’αλλάξουν, η ακατάπαυστη περιπλάνηση τους έκανε ν’αλλάξουν.
Ήταν τώρα ένας λαός νομαδικός. Και η εχθρότητα που έβρισκαν τους έκανε ν’αλλάξουν, να συμπτυχθούν, να ενωθούν-η εχθρότητα που έκανε τις μικρές πόλεις να συσπειρωθούν και να οπλιστούν, σαν να πρόκειται ν’αποκρούσουν μια εισβολή, περίπολοι από ανθρώπους οπλισμένους με κονταρόξυλα, υπάλληλοι και μαγαζάτορες με τα ντουφέκια, φυλάγοντας τον κόσμο από τον ίδιο τους το λαό.
Η Δυτική χώρα πανικοβλήθηκε όταν πλήθυναν οι μετανάστες πάνω στις δημοσιές. Όσοι είχαν περιουσία, φοβήθηκαν για την περιουσία τους. Άνθρωποι που δεν ήξεραν από πείνα, την έβλεπαν τώρα μέσα από τα μάτια των πεινασμένων. Άνθρωποι που δεν είχαν τίποτα να επιθυμήσουν εντατικά, έβλεπαν τώρα τη φλόγα της επιθυμίας μέσα από τα μάτια του μετανάστη. Οι άνθρωποι που ζούσαν στις πόλεις και στα όμορφα περίχωρα μαζεύτηκαν για να αμυνθούν.
Και όπως κάνει πάντα ο άνθρωπος πριν αρχίσει έναν πόλεμο, έπειθαν τον εαυτό τους πως αυτοί είναι οι καλοί και πως ο εισβολέας είναι ο κακός.
