Δεν είναι λίγες οι φορές που η ελληνική μυθολογία μέσα από τις αφηγήσεις της προβλημάτισε καλλιτέχνες και φιλόσοφους. Μια τέτοια είναι και ο μύθος του Σίσυφου, του αρχαίου Έλληνα που καταδικάστηκε να σπρώχνει αιωνίως μία πέτρα στην πλαγιά ενός βουνού και όταν φτάνει στην κορυφή, αυτή να κατρακυλά πάλι πίσω. Το πρωτότυπο αυτό μαρτύριο δεν συναντάται μόνο στον Σίσυφο, μιας και ο Τάνταλος επίσης είχε καταδικαστεί να είναι αιωνίως διψασμένος και πεινασμένος και να μην μπορεί να φάει και να πιει από τα δέντρα και το ποτάμι που ήταν δίπλα του, ενώ οι Δαναϊδες καταδικάστηκαν να γεμίζουν με νερό ένα πιθάρι γεμάτο τρύπες.

Ο μύθος από τον οποίο ξεκινά η Σισύφεια φιλοσοφία είναι ο εξής:
Ο Δίας απαγάγει την Αίγινα, κόρη του Ασωπού και την πηγαίνει στην Οινώνη. Στην διαδρομή αυτή περνά από την Κόρινθο και ο Σίσυφος τον βλέπει. Έτσι αποκαλύπτει στον Ασωπό που αναζητάει την κόρη του το όνομα του απαγωγέα Δία με την προϋπόθεση να φτιάξει ο Ασωπός μία πηγή στην Κόρινθο.
Η αποκάλυψη του Δία δεν τον άφησε ασυγκίνητο. Στέλνει τον Σίσυφο τον Θάνατο για να τον σκοτώσει. Ο Σίσυφος όμως καταφέρνει να αμυνθεί, ακινητοποιεί τον Θάνατο με αλυσίδες παρεμποδίζοντας τον από το έργο του . Αποτέλεσμα αυτού ήταν να μην πεθαίνει κανείς. Τότε με παρέμβαση του Δία απελευθερώνεται ο Θάνατος και ο Σίσυφος αφήνεται στην μοίρα του να πεθάνει.
Τα πράγματα όμως με τον ήρωα μας δεν ήταν ποτέ απλά. Πριν πεθάνει ο Σίσυφος, ζητά από την γυναίκα του την Μερόπη να μην του αποδώσει τις τιμές που θα του αναλογούν σαν νεκρό. Όταν έφτασε στον Κάτω Κόσμο, ο Άδης τον ρώτησε για ποιο λόγο δεν ήρθε εκεί με τους συνηθισμένους τύπους. Ο Σίσυφος παραπονέθηκε πολύ για την ασέβεια της γυναίκας του και αγανακτισμένος πήρε την άδεια από το θεό να ξαναγυρίσει στη γη, για να την τιμωρήσει και να την επαναφέρει στον ίσιο δρόμο. Όταν ο Σίσυφος βρέθηκε στη γη, δεν ξαναγύρισε στον Κάτω Κόσμο και έζησε μέχρι βαθιά γεράματα.
Όταν πέθανε τελικά, οι θεοί αποφάσισαν να τον βασανίζουν αιώνια για την προσπάθεια του να τους ξεγελάσει. Κυλώντας μία πέτρα σε ανηφορικό δρόμο είναι το πρώτο κομμάτι της δυσκολίας. Όταν η πέτρα φτάνει στο ανώτερο σημείο κατρακυλά από το ίδιο της το βάρος και γυρνά στην αρχική θέση. Ο Σίσυφος είναι υποχρεωμένος ασταμάτητα να επαναλαμβάνει τον σκοπό του.

Η πρώτη ματιά ορίζει τον Σίσυφο ως ένα αιώνιο θύμα. Η τιμωρία του τον κάνει να επαναλαμβάνει το ίδιο μοτίβο, ατελέσφορα, αιώνια, αναίτια, αναποτελεσματικά. Αυτή για αρχή ήταν και η τιμωρία που ήθελαν οι θεοί να του επιβάλλουν, η πρώτη διάσταση αυτής της ιστορίας. Η επανάληψη αυτή θα οδηγήσει σε μία μηχανιστική, άνοστη ζωή. Ο Σίσυφος θα ξεχάσει τον πονηρό του σκοπό για την μη στασιμότητα. Η συνήθεια του μοτίβου θα του στερήσει την χαρά την πρωτοτυπίας και θα επαναπαυτεί. Και όλα αυτά γιατί έγιναν; Γιατί του αποδόθηκε αυτή η σκληρή τιμωρία; Γιατί είχε την παράλογη ιδέα πως θα μπορούσε να αψηφίσει την μοίρα που τον ήθελε έρμαιο της αμφιθυμίας των ολύμπιων θεών.
Και σε αυτήν την πρώτη διάσταση οριοθετούνται και όσοι εμπλέκουν τον Σίσυφο με την μηδενιστική φιλοσοφία της ζωής που αποτελείται μόνο από στείρα επανάληψη χωρίς νόημα.
Στην Απολογία του Πλάτωνα, ο Σωκράτης ανυπομονεί για τη μετά θάνατον ζωή όπου εκεί μπορεί να συναντήσει μορφές όπως ο Σίσυφος, που θεωρούν τον εαυτό τους σοφό, ώστε να τους ρωτήσει και να ανακαλύψει ποιος είναι σοφός και ποιος “νομίζει ότι είναι, ενώ δεν είναι”.
Ο Λουκρήτιος προσωποποιεί στον Σίσυφο τους πολιτικούς που επιζητούν αξιώματα και συνεχώς ηττώνται, ενώ η επιδίωξη της δύναμης είναι η ίδια κενοδοξία, παρομοιαζόμενη με το ανέβασμα του βράχου πάνω στο βουνό. Άλλοι υποστηρίζουν ότι ο μύθος συμβολίζει τη μάταιη προσπάθεια του ανθρώπου στην επιδίωξη της γνώσης.
Ο F. Nietczhe στην θεωρία περί “αιώνιας επιστροφής” θίγει τον ίδιο προβληματισμό. Πόσο ανούσια θα ήταν η ζωή αν την ζούσες ξανά και ξανά με τον ίδιο ακριβώς τρόπο; Χωρίς καμία απολύτως αλλαγή, χωρίς καμία διαφορετική πινελιά… Και πόσο νόημα θα είχε άραγε να την ξαναζήσεις υπό αυτές τις συνθήκες;
Ηλιθιότητα είναι να κάνεις ακριβώς το ίδιο πράγμα περιμένοντας διαφορετικό αποτέλεσμα. A. Einstein

Η δεύτερη ματιά όμως προσεγγίζει τον Σίσυφο ως τον παντοτινό αρνητή. Αρνείται να συμβιβαστεί με την αρχική τιμωρία της εξορίας του στον Άδη που του επιβλήθηκε. Και αυτή η επιβολή προήλθε από το θεσμικό όργανο των θεών, θέτοντας τον ως αντιρρησία σε όλα αυτά που κανείς μέχρι τότε δεν τόλμησε να αμφισβητήσει. Είναι εκείνος που δεν επαναπαύθηκε από την μοίρα που του καθιερώθηκε εκ των άνωθεν, όρισε ο ίδιος της μοίρα του, όχι μία αλλά δύο φορές. Ίσως αποτελεί την πρώτη μορφή ταξικής πάλης ενός απλού θνητού έναντι στην μέχρι τότε άρχουσα τάξη, τους θεούς. Είναι άραγε ο Σίσυφος ένας πρωτοπόρος αγωνιστής που τιμωρήθηκε για τα επαναστατικά ένστικτα του;
Αυτή η οπτική γίνεται πιο ενδιαφέρουσα στην σκοπιά που εισάγει ο Albert Camus στο δοκίμιο του για τον μύθο του Σίσυφου. Βγάζει τον ήρωα από το πλαίσιο του συμβατικά παράλογου, τον θεωρεί “ελεύθερο” στην συνείδηση του. Γιατί; Γιατί κάθε φορά όταν φτάσει στην κορυφή της πλαγιάς, για λίγα δευτερόλεπτα η πέτρα στέκεται μετέωρη και αφήνει πάντα την ελπίδα του τέλους. Όταν αρχίζει η πέτρα να κατρακυλά προς τα πίσω, είναι για λίγα λεπτά ελεύθερος να συλλογιστεί αυτό που του συμβαίνει. Έχει την ευκαιρία να ξεχωρίζει από την πέτρα και να έχει συνείδηση της ενέργειας του.

Ο Σίσυφος, προλετάριος των θεών, ανίσχυρος κι επαναστατημένος, γνωρίζει όλη την έκταση της άθλιας κατάστασής του: αυτήν σκέφτεται καθώς κατεβαίνει. Η διαύγεια του πνεύματός του, που θα ’πρεπε να ήταν το μαρτύριό του, ολοκληρώνει ταυτόχρονα τη νίκη του. Κανένα πεπρωμένο δεν αντέχει στην περιφρόνηση.
Και συνεχίζει λέγοντας: Τούτη την κρίσιμη στιγμή που ο άνθρωπος κάνει τον απολογισμό της ζωής του, ο Σίσυφος, επιστρέφοντας προς το βράχο του, παρατηρεί αυτή την ασύνδετη σειρά των πράξεων που φτιάχνει το πεπρωμένο του, δημιουργημένο από τον ίδιο, συσπειρωμένο κάτω από το βλέμμα της μνήμης του και σφραγισμένο σε λίγο με το θάνατό του.
Δεν είναι λίγοι οι φιλόσοφοι που καταπιάνονται με την θεωρία της αιώνιας πάλης, του ακατάπαυστου ανθρώπινου μόχθου και την ταύτιση του με τον ελεύθερο άνθρωπο.
Frederick Karl: “Ο άνθρωπος που αγωνίστηκε για να φτάσει στα ύψη μόνο και μόνο για να ριχθεί στα βάραθρα, ενσαρκώνει όλα τα ιδανικά του Κάφκα. Και παρέμεινε ο εαυτός του, μόνος, μοναχικός
Ο Αριστοτέλης μιλώντας για την αρχή της νέας γενιάς αναφέρει ότι είναι ακόμα άγραφη. Η ανθρωπότητα είναι υποχρεωμένη να ζήσει τα ίδια από την αρχή. Κάθε γενιά ξεκινά τον επίπονο ανηφορικό της δρόμο και είναι υποχρεωμένη να μάθει από το μηδέν, γιατί οι γνώσεις δεν είναι καταγραμμένες στον ανθρώπινο εγκέφαλο σαν κληρονομικότητα. Και όχι μόνο σε θεωρητικό επίπεδο αλλά και μέσω την εμπειρίας. Ο πολιτισμός διδάσκεται. Ο «βράχος» κυλάει ακόμα… « Τα πάντα ρει»… και η «πέτρα που κυλά δεν χορταριάζει».
Το παράλογο συμπέρασμα του Camus για την σισύφεια ευτυχία δεν μπορεί παρά να φέρει στο φως ένα νέο παραλογισμό, που αφορά την ανθρώπινη οπτική της αιωνιότητας. Ο άνθρωπος έχοντας απόλυτη επίγνωση της φθαρτότητάς του αναζητά την ευτυχία μόνο μέσα στη μελλοντική προοπτική. Όλα γίνονται για το μέλλον, για χάρη μιας καλύτερης ζωής που θα έρθει, για χάρη δηλαδή μιας ελπίδας, που όμως είναι καταδικασμένη στο ανεκπλήρωτο, αφού τελικά μέλλον για τον άνθρωπο δεν υπάρχει ή τουλάχιστο δεν έχει τη μορφή που αυτός φαντάζεται.*1
Εάν αυτός ο μύθος είναι τραγικός, είναι γιατί ο ήρωάς του έχει συνείδηση…….
Όμως, εάν η έλλειψη συνείδησης απαλλάσσει από την τραγικότητα, η ίδια η συνείδηση είναι η δύναμη που οδηγεί στην απόλυτη ελευθερία.

Ο Camus παρακολουθεί τη στιγμή που ο βράχος έχει κυλίσει ξανά στην εκκίνηση κι επιστρέφει για να τον ξανασηκώσει. «Όσο διαρκεί αυτή η επιστροφή, αυτή η παύση, ο Σίσυφος μ’ ενδιαφέρει. Ένα πρόσωπο που βασανίζεται τόσο κοντά στις πέτρες είναι ήδη πέτρα. Βλέπω αυτό τον άνθρωπο να ξαναπηγαίνει, βαδίζοντας βαριά μα σταθερά, προς το ατέλειωτο μαρτύριο. Αυτή η ώρα που είναι σαν μια αναπνοή και ξανάρχεται το ίδιο σίγουρα με τη δυστυχία του, αυτή η ώρα, είναι η ώρα της συνείδησης. Σε κάθε μια απ’ τις στιγμές της, από τότε που αφήνει την κορυφή και κατευθύνεται σιγά – σιγά προς τις τρώγλες των θεών, είναι υπέροχος μέσα στη μοίρα του. Είναι πιο δυνατός από το βράχο του».
Τούτο το σύμπαν, αδέσποτο στο εξής, δεν του φαίνεται άγονο ούτε ασήμαντο. Κάθε κόκκος αυτής της πέτρας, κάθε ορυκτό θραύσμα αυτού του πλημμυρισμένου από νύχτα βουνού, σχηματίζει από μόνο του έναν κόσμο. Ο αγώνας και μόνο προς την κορυφή αρκεί για να γεμίσει μιαν ανθρώπινη καρδιά. Πρέπει να φανταστούμε τον Σίσυφο ευτυχισμένο.
Το όνομα «Σίσυφος» προέρχεται (πιθανότατα) από το ουσιαστικό «σοφός» με αναδιπλασιασμό του αρχικού συμφώνου μαζί με ένα – ι – και μετατροπή στη συνέχεια του -ο- του σίσοφος στο αιολικό –υ- κι επομένως τελικά σε Σίσυφος.
Με άλλα λόγια «Σίσυφος» είναι ο «πολύ σοφός», ο «πανουργότατος» των ανθρώπων, ο «κέρδιστος ανδρών», όπως τον χαρακτηρίζει ο Όμηρος στην Ιλιάδα.
*1 Albert Camus. 2007. Ο μύθος του Σισύφου. Δοκίμιο για το παράλογο. Μετ. Νίκη Καρακίτσου-Ντουζέ & Μαρία Κασαμπάλογλου-Ρομπλέν. Αθήνα: Καστανιώτης. Τίτλος πρωτοτύπου: Le mythe de Sisyphe (Paris: Gallimard, 1942).

