Ἑφτά. Σέ παίρνει ἀριστερά, μήν τό ζορίζεις.
Μάτσο χωρᾶνε σέ μία κούφιαν ἀπαλάμη.
Θυμίζεις κάμαρες κλειστές, στεριά μυρίζεις.
Ὁ πιό μικρός ἀχολογάει μ᾿ ἕνα καλάμι.

Γυαλίζει ὁ Σήμ τῆς μηχανῆς τά δύο ποδάρια.
Ὁ Ρέκ λαδώνει στήν ἀνάγκη τό τιμόνι.
Μ᾿ ἕνα φτερό ξορκίζει ὁ Γκόμπι τή μαλάρια
κι ὁ στραβοκάνης ὁ Χαράμ πίττες ζυμώνει.

Ἀπ᾿ τό ποδόσταμο πηδᾶν ὡς τή γαλέτα.
-Μπορῶ ποτέ νά σοῦ χαλάσω τό χατίρι;
Κόρη ξανθή καί γαλανή πού ὅλο ἐμελέτα
ποιός ρήγα γιός θέ νά τήν πιεῖ σ᾿ ἕνα ποτήρι.

Ραμάν ἀλλήθωρε, τρελέ, πού λύνεις μάγια,
κατάφερε τό σταυρωτό τοῦ Νότου ἀστέρι
σωρός νά πέσει, νά σκορπίσει στά σπιράγια
καί πές του κάτω ἀπό ἕνα δέντρο νά μέ φέρει.

Ὁ Τότ, τοῦ λείπει τό ἕνα χέρι μά ὅλο γνέθει,
τοῦτο τό ἀπίθανο σινάφι νά βρακώσει.
Ἐσθήρ, ποιά βιβλική σκορπᾶς περνώντας μέθη;
Ρούθ, δέ μιλᾶς; Γιατί τρεκλίζουμε οἱ διακόσιοι;

Κουφός ὁ Σάλαχ, τό κατάστρωμα σαρώνει.
-Μ᾿ ἕνα ξυστρί καθάρισέ με ἀπ᾿ τή μοράβια.
Μά εἶν᾿ ἕνα κάτι πιό βαθύ πού μέ λερώνει.
-Γιέ μου, ποῦ πᾶς; -Μάνα, θά πάω μέ τά καράβια.

Κι ἔτσι μαζί μέ τούς ἑφτά κατηφορᾶμε.
Μέ τή βροχή, μέ τόν καιρό πού μᾶς ὁρίζει.
Τά μάτια σου ζοῦνε μία θάλασσα, θυμᾶμαι …
Ὁ πιό στερνός μ᾿ ἕναν αὐλό μέ νανουρίζει.

Colombo 1951