
Ξέρω πως σκέφτεσαι εκείνη τη μόνη
που για αυτή κελαηδούσε ο γραφίτης
που μαζί της οι δείκτες μαρμάρωναν
σαν τα αγαλματάκια που παίζαμε παιδιά
έμεναν ασάλευτοι σαν να είναι χρόνια
Όσο αναρωτιέσαι πως έγιναν αυτά
πως θάφτηκε η φωτιά στα πολλά ξύλα
που σέρβιρε η ζωή με τα σκληρά χέρια
σε εκείνο το δωμάτιο που είχε γίνει σπίτι
για να αποδείξει πως δεν ήταν δωμάτιο
Ίσως όσο ισιώνατε τους κόμπους σας
η χτένα είχε ήδη ξεχάσει τα δόντια της
για να γίνουν οι κόμποι μια στενή θηλιά
που κύκλωνε το φαγητό και τον ύπνο μας
που ρίζωνε τα πόδια μας στο μάρμαρο
Τώρα εσύ έμεινες εδώ να κατηγορείς
να βλαστημάς, να συγχωράς, τη μόνη
που έπαιξε τα χαρτιά της όπως και εσύ
για να μοιράσετε στο τέλος τα ραγίσματα
στο τραπέζι που μένει πάντα πράσινο
Όμως θα έρθει η ώρα που θα κοιτάξεις
εκεί στον τοίχο εκείνο το παλιό ρολόι
και θα υποδεχτείς δυο παλιούς φίλους
εκείνους τους δείκτες που ελεύθεροι πια
θα προχωρούν την καινούρια σου ζωή
