
Si tu me olvidas- Pablo Neruda
Aν με ξεχάσεις…
Ένα
θέλω να ξέρεις.
Ξέρεις πώς είν’αυτό:
κοιτάζω
το κρυστάλλινο φεγγάρι, το κόκκινο κλαδί
του αργού φθινοπώρου στο παράθυρό μου,
αγγίζω
πλάι στη φωτιά
την ατάραχη στάχτη
ή το ρυτιδωμένο σώμα του ξύλου,
κι όλα με φέρνουν σε σένα,
λες και ό,τι υπάρχει,
αρώματα, φως, μέταλλα,
είναι μικρά πλεούμενα που ταξιδεύουν
προς τα νησιά σου που με περιμένουν.
Ωστόσο,
αν λίγο λίγο πάψεις πια να μ’αγαπάς
θα πάψω κι εγώ να σ’αγαπώ λίγο λίγο.
Κι αν ξαφνικά
με ξεχάσεις
μην ψάξεις να με βρεις,
θα σ’έχω λησμονήσει.
Αν θεωρήσεις ότι κρατάει πολύ κι είναι τρελός
ο άνεμος από σημαίες
που περνάει απ’τη ζωή μου
κι αποφασίσεις
να με αφήσεις στην όχθη
της καρδιάς που έχω ρίζες,
σκέψου
πως εκείνη τη μέρα,
την ώρα εκείνη
θα σηκώσω τα χέρια
και θα βγουν οι ρίζες μου
για να βρούνε άλλη γη.
Όμως
αν κάθε μέρα,
κάθε ώρα,
νιώθεις προορισμένη για μένα
με γλυκύτητα αψεγάδιαστη.
Αν κάθε μέρα ανεβαίνει
ένα λουλούδι στα χείλη σου για να με βρει,
αχ αγάπη μου, αχ δικιά μου,
μέσα μου όλη τούτη η φωτιά θα επαναλαμβάνεται,
μέσα μου τίποτα δε θα σβήσει ούτε θα ξεχαστεί,
η αγάπη μου τρέφεται από την αγάπη σου, αγαπημένη,
κι όσο θα ζεις θα είναι μες στην αγκαλιά σου
χωρίς απ’τη δική μου να φύγει.

Χούλιο Κορτάσαρ -Σ’αγαπώ
Σ’ αγαπώ απ΄ το φρύδι, απ’ τα μαλλιά, σε διαφιλονικώ σε διαδρόμους
λευκότατους όπου παίζονται οι πηγές του φωτός
σε αμφισβητώ σε κάθε όνομα, σε πιάνω με λεπτότητα ουλής
σου βάζω στα μαλλιά στάχτες από κεραυνό
και κορδέλες που κοιμούνταν στη βροχή.
Δεν θέλω να έχεις μια μορφή, να είσαι,
ακριβώς ότι έρχεται πίσω από το χέρι σου,
γιατί το νερό, υπολόγισε το νερό, και οι λέοντες
όταν διαλύονται στη ζάχαρη του μύθου,
και οι χειρονομίες, αυτή η αρχιτεκτονική του τίποτα,
ανάβοντας τις λάμπες της στη μέση της συνάντησης.
Όλο το αύριο είναι ο πίνακας όπου σε εφευρίσκω και σε σχεδιάζω
για να σε σβήσω σύντομα, έτσι δεν είσαι, ούτε καν
μ ‘ αυτά τα ίσια μαλλιά, αυτό το χαμόγελο.
Ψάχνω το άθροισμά σου, στην άκρη της κούπας όπου το κρασί
είναι επίσης η σελήνη κι ο καθρέφτης,
ψάχνω αυτή τη γραμμή που κάνει να τρέμει ένας άνθρωπος
σε μια στοά του μουσείου.
Επίσης σ’ αγαπώ, και έχει καιρό και κρύο.

Μιχάλης Γκανάς – Προσωπικό (Γυάλινα Γιάννενα)
Επειδή η ζωή μας μοιάζει να φυραίνει
μέρα τη μέρα, δε θα πει πως η ζωή
δεν αξίζει τον κόπο.
Επειδή σ’ αγάπησα και σ’ αγαπώ ακόμη
κι ας μην είναι όπως παλιά,
δε θα πει πως πέθανε η αγάπη,
κουράστηκε ίσως σαν καθετί που ανασαίνει.
Επειδή περνάς δύσκολες μέρες
σκυμμένη σε χαρτιά και γκρεμούς
που δεν κλείνουν, κι εγώ πηδάω
τις νύχτες επί κοντώ λαχανιάζοντας,
δε θα πει πως δεν έχουμε
μοίρα στον ήλιο, έχουμε
τη δική μας μοίρα.
Επειδή πότε είσαι άνθρωπος
και πότε πουλί, φέρνεις στο σπίτι μας
ψωμάκια μικρά της αποδημίας
κι ελπίζουνε τα παιδιά μας
σε καλύτερες μέρες.
Επειδή λες όχι και ναι κι ύστερα όχι
και δεν παραιτείσαι, ντρέπομαι
για τα ίσως, τα μπορεί τα δικά μου,
μα δεν αλλάζω, όπως δεν αλλάζεις κι εσύ,
αν αλλάζαμε θα ’μαστε πάλι
δυο άγνωστοι και θ’ αρχίζαμε
απ’ το άλφα.
Τώρα ξέρουμε πού πονάς
πού σωπαίνω πότε γίνεται παύση,
διακοπή αίματος και κρυώνουν
τα σώματα, ώσπου μυστικό δυναμό
να φορτίσει πάλι τα μέλη
με δύναμη κι έλξη και δέρμα ζεστό.
Επειδή είναι δύσκολο ν’ αγαπάς
και δυσκολότερο ν’ αγαπάς τον ίδιο άνθρωπο
για καιρό, κάνοντας σχέδια και παιδιά
και καβγάδες, εκδρομές, έρωτα, χρέη
κι αρρώστιες, Χριστούγεννα, Κυριακές
και Δευτέρες, νόστιμα φαγητά
και καμένα, θέλοντας ο καθένας
να ’ναι ο άλλος γεφύρι και δέντρο
και πηγή, κατά τις περιστάσεις
ή και όλα μαζί στην ανάγκη,
δε θα πει πως εγώ δεν μπορώ
να γίνω κάτι απ’ αυτά ή και όλα μαζί,
κι αν είναι να περάσω
μια ζωή στη σκλαβιά –έτσι κι αλλιώς–
ας είμαι, λέω, σκλάβος της αγάπης.

Γιώργος Δομιανός – τα καλοκαίρια ως αποθεματικό αντοχής
[…] χαμογελάς στον ύπνο σου. κοιτάω λίγο τα δόντια σου που ξεπροβάλλουν μέσα από τα χείλη σου. λευκά. κοιτάω τα σεντόνια. σκληρά, χωρίς μαλακτικά και αρώματα. λευκά και αυτά. κοιτάω το κάτω μέρος της πόρτας που αφήνει τον ήλιο να μπαίνει έρποντας στο δωμάτιο. λευκός σε λευκό πάτωμα. μου αρέσεις γιατί σε κάθε σου υποταγή με τσιμπάς και με ένα μικρό αγκάθι αβεβαιότητας. στις κοφτές σου ανάσες οι γάτες που περνάνε τις νύχτες έξω από το δωμάτιο σταματάνε. γιατί η αφήγηση σου ξεπερνά το συμβάν. γιατί το δέρμα σου έχει ένα χρώμα που μου προκαλεί πυρετό. γιατί όταν κολυμπάς η θάλασσα μετατρέπεται σε υγρή αγκαλιά για την υφήλιο. γιατί υπάρχουν πια τριών ειδών τσίπουρα. με γλυκάνισο, χωρίς γλυκάνισο και το τσίπουρο που πίνω μαζί σου. γυρνάω πάλι να σε κοιτάξω. δεν είναι έξω το καλοκαίρι. το καλοκαίρι είσαι εσύ.

Ηλίας Λάγιος – ο τελικός κύκλος VII
Μάτια οξυάς που στα κρυφά επουράνια ανάψανε
εγώ μονάχα για να τα φιλήσω’
χείλη δροσιάς που παραμιλήσαν, τραγούδησαν και πάψανε
τον λόγο, στην ακέραια λέξη να τα κλείσω.
Πλάτη, σαν τόξο που θανάσιμο τανύζεται,
φαρμακωμένο βέλος που επάνω του έσυρα την γλώσσα’
μπράτσα γυμνά, που σαν καμάρες το άκτιστο γεφύρι κτίζετε,
για του παραμυθιού τα λίγα και τα τόσα.
Χάνι, που κουρασμένος στρατοκόπος ύψωσα,
να πιω στα στήθη σου, χάλκινες κούπες, καμπανίτη’
κι ω κοιλιά! που γλύπτης ταπεινός το πρόπλασμα της γύψωσα,
για να το στήσω άγαλμα χρυσελεφάντινο, στο άδειο μου σπίτι.
Πλέγμα εφήβαίο, μέταξα, φτερό, βελούδο που πολιόρκησα
όλη την νύχτα των νυχτών, κι ήταν χαμένη η μάχη’
λάδι του σώματος, που φώτιζες λαμπρό και σ’ώρκισα
παντοτινά για μας να καις – και μείναμε μονάχοι.
Μηρών καστέλλια, που γι’αυτά χίλιους ρηγάδες πάλεψα και νίκησα,
να τα χορτάσω, μια στιγμή να ‘ναι κατάδικα μου’
σάρκα της γάμπας, που για χάρη σου την σάρκα μου αδίκησα,
σφυρά, που ‘στε τα νικηφόρα στεφάνια του γάμου.
Και των ποδιών σου οι φάλαγγες, οι ανθρωποβόρες σάρισες,
που βαπτίστηκαν στο πηχτό, ληγμένο μου αίμα’
κι ό,τι αέναο πουλί μου έταξες και πρόσκαιρο μου χάρισες-
να τελειωθήμέσα στου λιγοστού χαθιού το ψέμα.

Pablo Neruda – Τη νύχτα, σ’ ένα νησί
Όλη τη νύχτα κοιμήθηκα μαζί σου κοντά στη θάλασσα, στο νησί. Ήσουν άγρια και γλυκιά ανάμεσα στην ηδονή και στον ύπνο, ανάμεσα στη φωτιά και στο νερό.
Ίσως πολύ αργά ενώθηκαν τα όνειρά μας, στα ψηλά ή στα βαθιά, στα ψηλά σαν κλαδιά που κουνάει ο ίδιος άνεμος, στα χαμηλά σαν κόκκινες ρίζες που αγγίζονται.
Ίσως το όνειρό σου χωρίστηκε από το δικό μου και στη σκοτεινή θάλασσα με έψαχνε όπως πρώτα υπήρχες όταν δεν ακόμα, όταν χωρίς να σε διακρίνω έπλεα στο πλάι σου και τα μάτια σου έψαχναν αυτό που τώρα – ψωμί, κρασί, έρωτα και θυμό – σου δίνω με γεμάτα χέρια, γιατί εσύ είσαι το κύπελλο που περίμενε τα δώρα της ζωής μου.
Κοιμήθηκα μαζί σου όλη τη νύχτα, ενώ η σκοτεινή γη γυρίζει με ζωντανούς και νεκρούς, και σαν ξύπνησα ξάφνου καταμεσής στη σκιά, το μπράτσο μου τύλιγε τη μέση σου. Ούτε η νύχτα, ούτε ο ύπνος μπόρεσαν να μας χωρίσουν.
Κοιμήθηκα μαζί σου και ξύπνησα με το στόμα σου βγαλμένο από τον ύπνο να μου δίνει τη γεύση από τη γη, από τη θάλασσα, από τα φύκια, από το βάθος της ζωής σου και δέχτηκα το φιλί σου, μουσκεμένο από την αυγή, σαν να έφθανε από τη θάλασσα που μας περιβάλλει…”
«Τη νύχτα, σ’ ένα νησί» (από τα 100 ερωτικά σονέτα) – Ο Πάμπλο Νερούδα (Pablo Neruda, 1904 – 1973), ήταν Χιλιανός συγγραφέας και ποιητής. Σύμφωνα με τον Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, θεωρείται ο σημαντικότερος ποιητής του 20ού αιώνα.

Τίτος Πατρίκιος – Μεγάλο γράμμα IV
Δεν ξέρω. Ίσως η αγάπη να μην φορούσε χωριάτικο φουστάνι.
Όμως εσύ ήσουν δίπλα μου
και γύρω μου
κι αντίκρυ μου
κι η αγάπη ήταν το δικό σου πρόσωπο
ήταν η ανυπαρξία χώρου ανάμεσάς μας.
(Εκεί που τέλειωνες εσύ
άρχιζα εγώ
κι ο αέρας δεν μπορούσε να περάσει ανάμεσα.)
Στα χέρια σου δεν χωράει μόνο τ’αδέξιο τραγούδι
μιας παιδικής φυσαρμόνικας.
Τα χέρια σου χωράνε έναν κόσμο
όπως γλιστράνε σαν ανοιξιάτικη βροχή
στο ξεχασμένο υπόστεγο της φωνής μου.
Ένας ορίζοντας τα μάτια μου σε τυλίγουν.
Όπου κι αν κοιτάξεις
θα δεχτείς το βλέμμα μου.
Κι εσύ κοιτούσες παντού.

Μάτση Χατζηλαζάρου – Πορτραίτο 92χ73 εκ
Μα αλίμονό μου
αγαπάω τα μαλλιά σου
χωρίς να’μαι η χωρίστρα σου
ούτε για μια μέρα
αγαπάω το χέρι σου
και δεν είμαι η μυρωδιά
του τσιγάρου και του νεφτιού
πάω στα δάχτυλα σου
και ποτέ δε με κατάπιες
ζεστή γουλιά καφέ
μόλις χυμένη μες στο φλυτζάνι
θα ‘τανε καλοκαίρι κοντά σε θάλασσα
η άκρη του χοντρού φλυτζανιού δροσερή
ανάμεσα στα χείλη σου (…)
Θέλω να ΄μαι το πορτραίτο
που μου έκανες
το χέρι σου είναι μια αλήθεια
χαϊδεύει το πρόσωπο μου
με τόση τρυφερότητα
το χέρι σου
ζωγραφίζει το πρόσωπό μου
όπως ξεφλουδίζει ένα άγριο κάστανο
βγάζοντας τ’αγκάθια
για να του αποκαλύψει την μέρα. (…)
Εμείς θα πάρουμε τις αποσκευές μας
τις καρέκλες των καφενείων
το άσπρο και ο μαύρο σου
και την κορδέλα που πιάνει τα μαλλιά μου
θα ταξιδέψουμε
εκεί που ‘ναι πράσινα
μες στις μυρωδιές της σελήνης
με το γράμμα που τοποθετώ εδώ
α
ή μες στα αυλάκια του στήθους σου
όταν ιδρώνουμε μαζί
όταν χαράματα μας πιάνει ο ύπνος
στο ίδιο κρεβάτι.

Κώστας Ταχτσής – Αγάπη
Θα εξορύξω και θα πιω τα μάτια σου
για να σε δω με τα δικά σου μάτια
όταν κοιτάζεσαι
μεσ’τον καθρέφτη για να ξυριστείς

Barthes Roland – Αποσπάσματα ερωτικού λόγου
Είμαι ερωτευμένος; – Ναι, αφού περιμένω.”
Ο άλλος δεν περιμένει ποτέ. Μερικές φορές θέλω να υποδυθώ αυτόν που δεν περιμένει• επιχειρώ να απασχοληθώ κάπου αλλού, να φτάσω καθυστερημένος. Μα στο παιχνίδι αυτό βγαίνω μονίμως χαμένος. Ό,τι κι αν κάνω, στο τέλος αποδείχνομαι και πάλι αναπασχόλητος, συνεπής στο ραντεβού –και μάλιστα πριν από την καθορισμένη ώρα. Η μοιραία ταυτότητα του ερωτευμένου δεν είναι άλλη απ’ αυτήν: είμαι αυτός που περιμένει.

