Τα καλοκαίρια, δε ξέρω πια πόσα ακριβώς χρόνια, σμίγαμε εκεί. Το πρωινό, από τον κάβο, βλέπαμε τον πατέρα της με τη βαρκούλα του πέρα στ’ ασημωτό πέλαγο να ρίχνει υπομονετικά την καθετή του. Και γελούσαμε τότε που φαινόταν στην απόσταση έτσι μικροσκοπικός.
Μου είναι αδύνατο να θυμηθώ τώρα τι λέγαμε οι δυο μας. Σκαρφαλώναμε πάντα στην ασάλευτη βάρκα και με τη φαντασία μας την πλάθαμε καράβι πελώριο, του παλιού καιρού, τρικάταρτο, γεμάτο θησαυρός στ’ αμπάρια του. Βασιλιάδες μας κατευόδωναν, μας καλωσόριζαν πριγκιπέσσες. Νικητές πάντα στη θαλασσοταραχή, αρμενίζαμε τ’ απόβραδο σε λιμάνια απάνεμα, και γύρω, μέσα στο ηλιοβασίλεμα, μαντήλια μας γνέφανε να μας υποδεχτούν. Άλλοτε πάλι μας έπαιρνε, απολησμονημένους, ο ύπνος.
Ποιός δεν ταξίδεψε στη ζωή του μια φορά με μια τέτοια βάρκα;
Όλα αυτά γίνηκαν όταν ήμουν πολύ μικρός, έξη ή εφτά χρονών, γιατί αργότερα έπαψα να πηγαίνω σ’ εκείνη την εξοχή. Το τελευταίο καλοκαίρι, θυμάμαι, είχα αρχίσει να αλλάζω: Τελείωνα το Δημοτικό, θα έμπαινα στο Ελληνικό σχολείο, που είχαμε τότε. Αυτό σημείωνε στη ζωή μου ένα σταθμό. Ένιωθα περήφανος. Και κάποιο βράδυ άκουσα τον πατέρα μου να λέει σε φίλους πως σα μεγάλωνα θα μ’ έκανε δικηγόρο, με συνεπήρε τέτοια χαρά που δεν έβλεπα πότε θα ξημερώσει για να πάω να το προφτάσω στη συντρόφισσα των παιχνιδιών μου.
Είτανε τ’ άλλο βράδι, εκεί στην έρημη ακρογιαλιά. Σουρούπωνε και είχαμε αποστάσει. Πάλι είχε πέσει η θαλασσοταραχή, πλέαμε ήρεμα στα νερά του ονείρου. Η φιλενάδα μου είταν αμίλητη.
-Μίλα, της λέω, γιατί δε μιλάς;
-Δεν ξέρω, αποκρίθηκε.
Έβγαινε το φεγγάρι.
-Δώσε μου το χέρι σου να τραγουδήσουμε, της κάνω.
-Να! πάρτο.
Το έπιασα. Είτανε παγωμένο.
-Τι έχεις; ρώτησα.
Το κύμα έσβηνε στην ακρογιαλιά. Στα νερά, θρυμματισμένο, χόρευε το φεγγάρι.
-Θα γίνεις δικηγόρος, θα γίνεις μεγάλος, είπε η φιλενάδα μου αφαιρεμένη.
-Ναι, θέλω να γίνω μεγάλος.
Σε λίγο σηκώθηκε. Μου φάνηκε πως ήταν ακόμα νωρίς για να φύγουμε. Μισογύρισε κατά μένα και, δίχως να με κοιτάξει:
-Ξέρεις, είπε, ο πατέρας μου είναι ψαράς.
Δεν ήρθε πια άλλο βράδι στην ακρογιαλιά. Κι εγώ έφυγα για την πολιτεία.
Περνάνε τα χρόνια. Οι μέρες αργοσβήνουν στερεότυπα. Πέρασα λύπες και χαρές, είμαι ένας σωστός άνθρωπος.
Όχι, όχι δεν ξαναπήγα στην ακρογιαλιά. Ξέρεις κανέναν που να χει ξαναπάει;
Άγγελος Τερζάκης, Διηγήματα, Απόσπασμα από “Του Έρωτα και του Θανάτου”, Βιβλιοπωλείον της “Εστίας”, 6η έκδοση
